Very Strange Music
4 Οκτωβρίου, 2024
Παντελής Β. Γιαννουλάκης ©ΕΞΕΡΕΥΝΗΣΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΞΕΝΗ
ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ
ΤΟΥ 20ου και 21ου ΑΙΩΝΑ
Στις 29 Αυγούστου του 1952 στην Νέα Υόρκη, ο Αμερικανός πιανίστας David Tudor εκτέλεσε την παγκόσμια πρεμιέρα μιας νέας σύνθεσης με τίτλο 4.33. Ανέβηκε στην σκηνή, χειροκροτήθηκε από τους θεατές, κάθισε μπροστά στο μεγάλο πιάνο, και έκλεισε το καπάκι των πλήκτρων. Κάθισε τελείως ακίνητος και σιωπηλός για ακριβώς 4 λεπτά και 33 δευτερόλεπτα, κι έπειτα άνοιξε πάλι το καπάκι. Σηκώθηκε και υποκλίθηκε προς το κοινό…
Είναι πολλοί εκείνοι που δεν γνωρίζουν ότι το Παράξενο και το Φανταστικό, εκτός από λογοτεχνία, εικαστικά και κινηματογράφο, έχει και μουσική.
Και, όπως αυτά τα πεδία που ανέφερα είναι ανοιχτά στον απόλυτο πειραματισμό και στις εξερευνήσεις, έτσι και η μουσική και η ηχολογία έχει παρουσιάσει εκπληκτικά αποτελέσματα στους πειραματισμούς της, που δυστυχώς είναι λίγο δύσκολο να ανιχνευθούν και να εντοπιστούν από τους ακροατές, επειδή οι περισσότεροι παρακολουθούν αυτό που συμβαίνει στο συμβατικό main-stream και στα ετικεταρισμένα μουσικά ρεύματα και ίσως και το εναλλακτικό underground τους, αλλά όχι τι συμβαίνει από κάτω τους, βαθιά από κάτω τους, σε ένα πεδίο αχανές και ανεξερεύνητο, ημιφωτισμένο και γεμάτο εκπλήξεις, στο απόκρυφο πεδίο του «Strange Music», της πολύ παράξενης πειραματικής μουσικής, της αληθινής μουσικής του Παράξενου, της Φαντασίας και του Αγνώστου.
.
Σαφώς η «εναλλακτική» (alternative) δίοδος προς αυτά τα βαθύτερα πεδία, για πολλούς περνάει πρώτα Εισαγωγικά από τηv σκοτεινή μέση ζώνη (interzone) στην οποία κινούνται πολύ παράξενα και ετερόκλητα πειραματικά μουσικά σχήματα όπως οι Residents, οι Cabaret Voltaire, οι Renaldo and the Loaf, ο Captain Βeefheart, οι Kingdom Come, οι Amon Duul, οι Can, οι Gong, οι Current 93, οι Nurse With Wound, οι Hafler Trio, οι Pan Sonic, οι Autechre, o Fred Frith, οι Cul de Sac, οι Coil, o Monte Cazazza, o Maurizio Bianchi, οι Download, οι Negativland, οι Neu!, οι SPK, οι Test Department, οι Laibach, οι Chrome, οι Kraftwerk, οι Tuxedomoon, οι Psychic TV, οι Chris and Cosey, οι Throbbing Grystle, ο Genesis P. Orridge, ο Boyd Rice, οι Laibach, οι Sleep Chamber, ο Aphex Twin, οι Swans, ο Foetus, οι Wardruna, οι Esplendor Geometrico, οι Godspeed, οι Rip Rig and Panic, ο John Zorn, ο Bill Laswell, οι Material, η Diamanda Gallas, o Alva Noto, o Andy Stott, οι Bohren & der Club of Gore, o Graeme Revell, o Merzbow, o William Basinski, ο Vladislav Delay, οι Pole, οι TAG Antigroup, οι Clock DVA, οι Suicide, o Alan Vega, οι Ozric Tentacles, οι House Arafna, ο Cousin Mosquito, o Caretaker, οι Zoviet France, οι Tarwater, οι Woob, οι Nine Inch Nails, ο Trent Reznor, ο Tiny Tim, οι Von Magnet, οι Legendary Pink Dots, η Laurie Anderson, o Jon Hassell, οι Einsturzende Neubauten, ο Lustmord, οι Factrix, οι Nisennenmondai, και άλλοι πάρα πολλοί…
(Όποιος δεν έχει ακούσει όλους τους παραπάνω μουσικούς, δεν πρέπει να θεωρεί ότι έχει ακούσει σύγχρονη μουσική, γενικά…)
Ενώ δεν είναι λίγοι και αυτοί που εισάγονται σε αυτά τα βαθύτερα πειραματικά (experimental) πεδία μέσω της Jazz, του Progressive Rock, του alternative Metal, του Ambient, του Industrial, της Musique Concrete, του Μινιμαλισμού, του Σουρεαλισμού, των ακουστικών μελετών ή της κλασσικής μουσικής…
.
Δεν ξέρω πόσοι είναι αυτοί που έχουν ακουστά φημισμένους πολύ πρωτοποριακούς καλλιτέχνες όπως ο Brian Eno, ο John Cage, o Arnold Schoenberg, ο Jani Christou, o Iannis Xenakis, ο Philip Glass, ο Klaus Schultze, ο Igor Stravinsky, o Edgard Varese, o Pierre Schaeffer, o Steve Reich, o Theremin, η Clara Rockmore, η Yma Sumac, η Meredith Monk, οι Art Zoyd, o Arvo Part, οι Kraftwerk, ο Oscar Sala, ο Karlheinz Stockhausen, η Pauline Oliveros, ο Harry Partch, η Delia Derbyshire, η Eliane Radique, ο Hans Reichel, o Terry Riley, η Laurie Anderson, o Sun Ra, ο Luigi Russolo, ο Eric Satie, ο John Fahey, ο Hector Zazou, o Martin Denny, ο Harold Budd, o Brion Gysin, o Keith Rowe, o Wendy Carlos, o Morton Subotnick, o La Monte Young, o MoonDog, o Carl Stalling, ο Pierre Henry, o Haruomi Hosono ή ο Jean Jacques Perrey, κ.ά, και, αυτό είναι το στυλ, αλλά εδώ –παρ’ όλο που αυτοί και πολλοί άλλοι είναι ίσως οι μεγάλοι διδάξαντες πολλών νέων τρόπων έκφρασης και στα ίχνη τους γίνονται όλα– μιλάμε για ακόμη πιο παράξενα, πιο ιδιαίτερα ατμοσφαιρικά, πιο αλλόκοτα και πιο πειραματικά και εξερευνητικά μουσικά ακούσματα…
ΚΑΘΟΜΑΙ ΣΕ ΕΝΑ ΔΩΜΑΤΙΟ
.
Η πρώτη εποχή της παράξενης και πειραματικής μουσικής είχε ξεκινήσει γύρω εκεί στις δεκαετίες του 1910-20 με τους Φουτουριστές, τους Ντανταϊστές και τους Σουρεαλιστές, και άλλους τολμηρούς πρωτοπόρους, και εδραιώθηκε τελικά με την χρήση των πρώτων ηλεκτρονικών μουσικών μέσων, και γενικά μέχρι την δεκαετία του 1960 παρουσίασε αναρίθμητα εκπληκτικά αποτελέσματα. (Και, εδώ μιλάμε για ακούσματα που ακόμη και σήμερα μοιάζουν να έρχονται από το μακρινό μέλλον, τόσο μπροστά ήταν όλοι εκείνοι οι άνθρωποι).
.
Η νέα εποχή της πειραματικής μουσικής που οδήγησε στον 21ο αιώνα, εγώ νομίζω ότι ξεκίνησε το 1969, τελείως παράδοξα, όπως ήταν ίσως αναμενόμενο άλλωστε, όταν ο θρυλικός Αμερικανός μουσικός πειραματιστής Alvin Lucier, καθόταν απλώς σε ένα δωμάτιο και μιλούσε.
Το αποτέλεσμα ήταν οι ηχογραφήσεις με τίτλο I Am Sitting in a Room (Κάθομαι σε Ένα Δωμάτιο) και ένας δίσκος που συντάραξε όλη την μουσικολογική σκηνή, και εκτίναξε σε νέους ορίζοντες ένα ολόκληρο ρεύμα συνθετικών δραστηριοτήτων στις Η.Π.Α., στην Αγγλία, στην Γαλλία και στην Γερμανία.
Τα όργανα του Alvin Lucier σε αυτό το θρυλικό project ήταν δύο tape recorders, ένα μικρόφωνο, ένα ηχείο, και ένα μεγάλο άδειο δωμάτιο. Το κομμάτι αρχίζει με την καθαρή φωνή του Lucier (ο οποίος τραυλίζει λίγο), με μία απλή και ασυνόδευτη αφήγηση, με την ανάγνωση του παρακάτω κειμένου:
.
«Κάθομαι σε ένα δωμάτιο, που είναι διαφορετικό από αυτό που βρίσκεσαι εσύ τώρα. Ηχογραφώ τον ήχο της φωνής μου καθώς μιλώ, και πρόκειται να παίξω την ηχογράφηση αυτή σε αυτό το άδειο δωμάτιο, ξανά και ξανά, ηχογραφώντας την πάλι και πάλι, ώσπου οι συχνότητες αντήχησης του δωματίου να ενισχύσουν τον εαυτό τους έτσι ώστε κάθε ομοιότητα της ηχογράφησης με την φωνή μου να καταστραφεί, εκτός ίσως από τον ρυθμό. Θεωρώ αυτήν την δραστηριότητα όχι τόσο ως μια επίδειξη ενός φυσικού γεγονότος, αλλά, περισσότερο σαν έναν τρόπο για να λειάνω και να απαλύνω οποιεσδήποτε ανωμαλίες μπορεί να έχει ο λόγος μου…»
.
Ο performer προχωρεί και κάνει ακριβώς αυτό. Μιλά λέγοντας τα παραπάνω, ηχογραφώντας την φωνή του που αντηχεί στο δωμάτιο.
Έπειτα παίζει την ηχογράφηση μέσα στο δωμάτιο από το ηχείο, και ηχογραφεί πάλι εξωτερικά την ηχογράφηση. Έπειτα κάνει το ίδιο κι έπειτα το ίδιο, ξανά και ξανά. Ακούμε 33 επαναλήψεις του κειμένου, και με κάθε επανάληψη οι συλλαβές τραβιούνται, παραμορφώνονται και αντηχούν περισσότερο. Μέχρι το τέλος της διαδικασίας δεν μπορούμε να διακρίνουμε πού τελειώνει η μια λέξη και πού αρχίζει η άλλη, το κείμενο είναι τελείως ακατανόητο. Αυτό που κάποτε ήταν μια οικεία λέξη, τώρα έχει γίνει ένα σφυριχτό μοτίβο από τρεις νότες, αυτό που κάποτε ήταν μια απλή πρόταση ή δήλωση, τώρα έχει γίνει ένα πολύ αλλόκοτο τονικό μελωδικό απόσπασμα, αυτό που ήταν κάποτε μια παράγραφος πεζού προφορικού λόγου, τώρα με κάποιον μαγικό τρόπο έχει γίνει μουσική.
Κάπως, κάπου στην πορεία των 40 λεπτών της ηχογράφησης, το νόημα του πράγματος που ακούγαμε έχει γλιστρήσει από την περιοχή της γλώσσας σε εκείνη της αρμονίας.
Το I Am Sitting in a Room, θα μπορούσε να είναι ένα κομμάτι που δεν χρειάζεται καμία περαιτέρω εξήγηση. Στο κάτω-κάτω ξεκινά με το να δηλώσει σε απλή γλώσσα ακριβώς αυτό που πρόκειται να συμβεί και γιατί. Ο πειραματιστής «ανακυκλώνει» το ηχογραφημένο κείμενο σε ένα δωμάτιο.
Οι ακουστικές ιδιότητες του χώρου μεταμορφώνουν την ομιλία: οι συχνότητες που είναι συντονισμένες με το δωμάτιο ενισχύονται επαναλαμβανόμενα, ενώ όλες οι άλλες συχνότητες εξασθενούν μέχρι εξαφάνισης, ώσπου μονάχα ο ρυθμός των λέξεων παραμένει αναγνωρίσιμος, σαν την καθοδηγητική δύναμη (driving force) πίσω από ένα pattern σφυριχτών τόνων (χμ, ringtones).
O Alvin Lucier ήταν πιθανώς ο πρώτος συνθέτης που συνειδητοποίησε ότι ένας αρχιτεκτονικός χώρος μπορεί να είναι κάτι παραπάνω από ενισχυτικό σκηνικό για τα μουσικά όργανα, ότι μπορεί να είναι ένα μουσικό όργανο από μόνος του. Και ήταν σίγουρα ο πρώτος που παρουσίασε ένα ουσιαστικό σώμα έργου από αυτήν την συνειδητοποίηση.
.
Πριν από το I Am Sitting in a Room, στο έργο του Chambers, είχε ζητήσει από τους εκτελεστές να βρουν τρόπους να παράγουν μελωδικούς ήχους από «μπουκάλια, καλύβες, πηγάδια, καμπάνες, κάψουλες, κρατήρες, παροπλισμένους πυραύλους», και 41 άλλα κούφια αντικείμενα ή «μικρά και μεγάλα περιβάλλοντα αντήχησης», που ποτέ πριν δεν είχαν νοηθεί ως μουσικά όργανα.
Οι μουσικοί στο θρυλλικό έργο του Vespers, όπως γράφει ο ίδιος: «Καταθέτουν τα σέβη τους σε όλα τα ζωντανά πλάσματα που κατοικούν σε σκοτεινά μέρη και έχουν αναπτύξει ικανότητες αντίληψης χρησιμοποιώντας την τέχνη του echolocation, του εντοπισμού με ηχητικά κύματα…» Φέροντας ειδικής πρόθεσης ηλεκτρονικά κυκλώματα που εκπέμπουν οξεία κλικς, χρησιμοποιούν τον ήχο για να εξορύξουν πληροφορίες από το περιβάλλον, και οι ρυθμοί τους δεν βασίζονται σε μετρικά patterns, αλλά στην απαιτητική αποστολή μέτρησης και προσανατολισμού στον χώρο.
.
Στο Ι Am Sitting in a Room, με την απίστευτη αντήχηση του αρχιτεκτονικού χώρου, ο ακροατής ξεχνά ότι ήταν μια ήρεμη ανθρώπινη φωνή που έθεσε ολόκληρο το κενό δωμάτιο σε ταλάντωση. Αυτοί οι σφυριχτοί τόνοι δεν είναι όλοι οι συντονισμοί και οι συχνότητες που παράχθηκαν, ούτε οτιδήποτε τυχαίο από αυτούς, αλλά είναι μόνο εκείνοι που μοιράζονται η φωνή και το δωμάτιο, το αποτέλεσμα μιας συμπάθειας, ενός πλήρους συντονισμού των δύο ηχητικών πηγών, της εκπομπής και της λήψης, ο ήχος και η ηχώ, η κρυφή αλήθεια που απομένει στο τέλος, η αίσθηση κάτω από τις αισθήσεις, ο μυστικός ήχος.
Η απόκρυφη μουσική του λόγου και του χώρου, και το μαγικό τρικ της αποκάλυψής της για τα ανθρώπινα αυτιά.
Σε μια συνέντευξή του ο Alvin Lucier αναφέρει για το πείραμα:
«Στην αρχή ήθελα να χρησιμοποιήσω διάφορα μουσικά όργανα που θα παίζουν μια μεγάλη ποικιλία ήχων, αλλά απέρριψα αυτήν την ιδέα διότι θα ήταν πολύ “συνθετική”. Αποφάσισα να χρησιμοποιήσω την ομιλία και τον προφορικό λόγο, που είναι κοινός και κατανοητός σε όλους, και είναι μια εξαιρετική και θαυμάσια πηγή ήχου. Διαθέτει ένα καλό φάσμα συχνοτήτων, θορύβων, παύσεων και ξεκινημάτων, διαφορετικά δυναμικά επίπεδα, βασική μουσικότητα, ρυθμό, πολύπλοκα σχήματα. Είναι ιδανική για τον έλεγχο των συντονιστικών χαρακτηριστικών ενός χώρου, διότι βάζει τόσα πολλά στοιχεία ταυτόχρονα. Επίσης, είναι εξαιρετικά προσωπικός. Άρα εξαιρετικά αποκαλυπτικός για το πρόσωπο…»
.
Ο καταπληκτικός σύγχρονος μουσικός πειραματιστής Paul De Marinis, λέει για το έργο αυτό του Lucier:
«Η παρουσίαση της ηχογράφησης σε ένα κονσέρτο, μεταφέρει έναν ιδιωτικό προσωπικό χώρο –μέσα από τα χαρακτηριστικά του– σε έναν δημόσιο κοινό χώρο. Ο Alvin δηλώνει ότι κάθεται σε ένα δωμάτιο διαφορετικό από αυτό που βρίσκεσαι εσύ τώρα. Κι εκείνος ο χώρος, μέσα από την φωνή, μεταφέρεται στον χώρο στον οποίον ακούς την φωνή, πρόκειται για μια περιχώρηση, ίσως μια τηλεμεταφορά, και ο νέος χώρος συντονίζεται στις συχνότητες εκείνου του χώρου, αν ηχογραφηθεί ξανά εκεί, ο ήχος αλλάζει, ξαφνικά συμμετέχει στο έργο ο νέος χώρος, η αίθουσα του κονσέρτου, και οι άνθρωποι ξαφνικά ακούνε αυτό που θα έπρεπε να ακούνε αλλά μέχρις εκείνη τη στιγμή δεν το άκουγαν.
»Πρόκειται για μια ηχητική εξερεύνηση ανάμεσα στις διαστάσεις, δεν υπάρχει καλύτερος παραλληλισμός. Ακούμε τη φωνή από μια άλλη διάσταση, την ίδια φωνή που ακούγεται αλλιώς σε εκείνη την άλλη διάσταση του χώρου – και πλέον του χρόνου. Και, η εξωδιαστασιακή αυτή φωνή, που αποκαλύφθηκε μέσα από την ηχητική διύλιση, είναι μια κρυφή μουσική.
»Είναι απίστευτο, αλλά αληθινό. Η φαντασία μόνο μπορεί να ανακαλύψει τις περαιτέρω εφαρμογές αυτής της συγκλονιστικής καλλιτεχνικής ανακάλυψης…»
Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΡΜΑΤΟΣ
.
Ο Alvin Lucier, στην εποχή μας, είναι ο πρώτος άνθρωπος που έπαιξε μουσική μόνο με τον εγκέφαλό του. Αυτό είναι κυριολεκτικό.
Στο έργο του Music for a Solo Performer, συνέδεσε ειδικά ηλεκτρόδια στο κρανίο του τα οποία κατέληγαν σε έναν ηλεκτροεγκεφαλογράφο, σε ένα oscillator και σε έναν ειδικό ενισχυτή με ηχεία, και έπαιξε μουσική με τα εγκεφαλικά του κύμματα. Κάτι που δεν είχε ως τώρα ξανακουστεί ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας, μουσική με τον εγκέφαλο, η μουσική του εγκεφάλου, εγκεφαλική μουσική.
Τα σχετικά κονσέρτα του αποτελούν μοναδικές εμπειρίες ακρόασης, και οι ηχογραφήσεις τους είναι από τα πιο σπάνια κομμάτια που μπορεί να εντοπίσει κανείς στην μουσική αγορά, για τα οποία κονταροχτυπιούνται όλοι οι συλλέκτες.
Φανταστείτε έναν άνθρωπο να κάθεται σε μια πολυθρόνα, σιωπηλός και ακίνητος, συνδεδεμένος με καλώδια στο κεφάλι, και γύρω του ηχεία από τα οποία ακούγονται οι συχνότητες των εγκεφαλικών του κυμάτων, στις οποίες επεμβαίνει εσωτερικά, αλλάζοντας τις κλίμακες, παίζοντας μουσική με τον εγκέφαλό του.
Μια μουσική που δεν ακούστηκε ποτέ δυνατά στον πλανήτη μας, μια νοητική μουσική, μια μουσική του νού, ακουστή παρ’ όλα αυτά, κατανοητή και συνταρακτική.
.

.
Ο Alvin Lucier, στο έργο του Music on a Long Thin Wire, παράγει παράξενη μουσική από μια τεράστια σε μήκος χορδή τεντωμένη σε μια αίθουσα από την μια άκρη ως την άλλη, χωρίς να την αγγίζει κανείς.
Ο Lucier διηγείται:
«Ο Φυσικός John Trefny κι εγώ, πολύχρονοι λάτρες του Παράξενου και οι δυο μας, διδάσκαμε μια σειρά μαθημάτων ακουστικής στο πανεπιστήμιο Welseyan, και είχαμε στήσει μια σύγχρονη εκδοχή του μονόχορδου του Πυθαγόρα. Τραβήξαμε ένα μεταλλικό σύρμα κατά μήκος ενός εργαστηριακού τραπεζιού, και τοποθετήσαμε έναν ηλεκτρομαγνήτη πάνω από τη μία άκρη του. Ένα audio oscillator οδηγούσε το σύρμα. Το interaction ανάμεσα στην διακύμανση του μαγνητικού πεδίου και της συχνότητας και της έντασης του audio oscillator, έκανε το σύρμα να δονείται σε σημείο παρατηρήσιμο από το ανθρώπινο μάτι.
»Γοητεύτηκα από αυτήν την επίδειξη και άρχισα να φαντάζομαι πώς θα μπορούσε να ηχεί ένα εξαιρετικά μακρύ μονόχορδο, ένα που θα μπορούσε να εγκατασταθεί στην σκηνή ενός κονσέρτου ή μιας πολύ μεγάλης αίθουσας. Ήξερα ότι θα έβγαζε καταπληκτικούς ήχους, κι αποφάσισα να κατασκευάσω ένα. Ξεκίνησα από μια τεράστια μεταλλική χορδή πιάνου, που ετοιμάστηκε για μένα όπως ήθελα στο Edmund Scientific Company…»
.
Το Music on a Long Thin Wire κατασκευάζεται ως εξής:
Η χορδή επεκτείνεται σε μία μεγάλη αίθουσα. Οι άκρες του σύρματος είναι συνδεδεμένες με terminals από ηχεία ενός μεγάλου ενισχυτή. Ένα sine wave oscillator συνδέεται με τον ενισχυτή. Ένας μεγάλος μαγνήτης καβαλικεύει την μία άκρη του σύρματος. Ξύλινες μικρές γέφυρες τοποθετούνται κάτω από κάθε άκρη του σύρματος στις οποίες στήνονται μικρόφωνα επαφής, συνδεδεμένα με ένα στερεοφωνικό ηχητικό σύστημα. Τα μικρόφωνα πιάνουν τις δονήσεις που στέλνει το σύρμα και στέλνονται από αυτά στο ηχητικό σύστημα. Με τις διαφοροποιήσεις της συχνότητας και της έντασης του oscillator, μια πλούσια ποικιλία από slides, αλλαγές συχνοτήτων, ακουστά beats, και άλλα ηχητικά φαινόμενα, μπορούν να παραχθούν, χωρίς να αγγίζει κανείς την χορδή.
.
«…Έπαιξα την χορδή πολλές φορές ως solo κομμάτι και μια ως ντουέτο μαζί με τον μεγάλο David Rosenboom στο Τορόντο. Όταν ο Don Funes μού ζήτησε να φτιάξω ένα έργο για το Live Electronic Music Ensemble στην Νέα Υόρκη, προσκάλεσα τους εκτελεστές να στείλουν τα σήματα από τα συνθεσάιζέρς τους στο σύρμα. Από αυτές και άλλες εκτελέσεις δεν έμεινα απόλυτα ευχαριστημένος, ώσπου αποφάσισα να πάρω μακριά το χέρι μου από την μουσική διαδικασία.
»Ανακάλυψα ότι αν ρύθμιζα και συντόνιζα προσεκτικά το oscillator, το σύρμα θα ανταποκρινόταν μόνο του, και, ας έκανε ό,τι ήθελε.
»Η ένταση, τα ρεύματα του αέρα, η θερμότητα και η ψυχρότητα, ακόμη και η προσέγγιση από ανθρώπους, θα μπορούσαν να προκαλέσουν στο σύρμα καταπληκτικές αλλαγές.
»Σε ένα στούντιο στο Κιότο της Ιαπωνίας, τα βήματα των επισκεπτών που ανέβαιναν τις σκάλες προκαλούσαν δονήσεις στο σύρμα, που παρήγαγε εντυπωσιακές αλλαγές στον ήχο του. Ο Shin Nakagawa, ο άνθρωπος που με κάλεσε εκεί, κοιμήθηκε την νύχτα κάτω από το σύρμα και ανέφερε ότι ακόμη και με καμμία κίνηση στον χώρο, το σύρμα μυστηριωδώς ξεσπούσε σε τριαδικές αρμονίες…»
Σε κάποιο installation στο Λος Άντζελες, ο Lucier ανακάλυψε έκπληκτος ότι το σύρμα, αν ήταν αρκετά μεγάλο και ιδιαίτερα μακρύ, μπορούσε να λειτουργεί ως δέκτης συχνοτήτων και ήχων από το εξωτερικό περιβάλλον, ήχων που άκουγες από το σύρμα και μπορούσες να παίξεις μαζί τους μουσική!
Άρχισαν να ακούγονται από το σύρμα συνομιλίες ανθρώπων που μιλούσαν έξω στον δρόμο, ραδιοφωνικές συχνότητες, κάθε είδους θόρυβοι από τα αντικρινά σπίτια, θόρυβοι μηχανών αυτοκινήτων, και άλλα πολλά, και όλα αυτά τα άκουγε κανείς να βγαίνουν από το σύρμα στην αίθουσα που ήταν εγκατεστημένο!
Παίζοντας με τις συχνότητες συντονισμού, ή σέρνοντας απαλά σε κάποιο σημείο του ένα δοξάρι, μπορούσες να παίξεις μουσική με αυτούς τους ήχους, ας πούμε με το κλάμα ενός μωρού που δεν υπήρχε πουθενά μέσα στην αίθουσα. Μιλάμε για μουσική από τον αέρα, αιθέρια μουσική, μια κατάσταση συντονισμού με το περιβάλλον που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για μουσικούς πειραματισμούς.
Κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει τι άλλο θα «έπιανε» η χορδή και τι θα έκανε με αυτό…
.
Στις περισσότερες μουσικές ηχογραφήσεις του Alvin Lucier που τιτλοφορούνται Music on a Long Thin Wire, που για την κάθε μια τους επιλέχτηκε μία μοναδική ρύθμιση-κούρδισμα ενός μόνο oscillator, δεν έγινε καμία αλλαγή ούτε στην ρύθμιση ούτε απολύτως κανένας χειρισμός του σύρματος. Το σύρμα έπαιζε μουσική μόνο του. Από πού ερχόταν αυτή η μουσική;
Κάθε αλλαγή στην ένταση, στον παλμό, στην αρμονική δομή, στα ρυθμικά και κυκλικά patterns, στις μελωδικές νότες, καθώς και όλα τα παράξενα ηχητικά φαινόμενα, έγιναν αποκλειστικά από τις δράσεις του ίδιου του σύρματος, τα έκανε το ίδιο από μόνο του. Συνδεδεμένο «αιθερικά» με το ευρύ περιβάλλον, αναπαράγοντας και πηγές ήχων που δεν ήταν διακριτές από το ανθρώπινο αυτί, αλλά που φανερώνονταν τώρα μέσα από το σύρμα.
Μια μουσική από το πουθενά…
ΜΟΥΣΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ
.
Εφ’ όσον η Φύση έχει –εκτός από τις χονδροειδείς– και τις λεπτοφυείς εκφάνσεις και πτυχές της, άρα τόσο πιο επιρρεπής θα πρέπει να είναι ως προς τις μορφωτικές δυνάμεις του ήχου. Πόσο μάλλον το τεχνητό περιβάλλον στο οποίο ζούμε, το οποίο βρίθει από πρωτάκουστους στην Φύση ήχους.
Ο σύγχρονος Σουηδός επιστήμονας, φυσικός και καλλιτέχνης, Hans Jenny, κατέδειξε ακριβώς αυτήν την αλήθεια. Σε εργαστηριακές συνθήκες, φωτογράφισε και βιντεοσκόπησε τις επιδράσεις που έχουν οι μουσικοί τόνοι στον καπνό, στα υγρά, στην σκόνη, στην λεπτή άμμο, και στα πιο λεπτεπίλεπτα κοκκώδη υλικά, όπως το lycopodium powder: οι μουσικοί τόνοι σχηματίζουν πάνω τους πανέμορφα και οργανωμένα σχήματα, καλειδοσκοπικά, συχνά εκπληκτικά παρόμοια με αυτά που συναντούμε στην Φύση, ανόργανη και ενόργανη.
Ο Hans Jenny, μέσα από αυτά τα διάσημα πειράματά του και τις έρευνές του, κατέδειξε μια ευαισθησία στον κόσμο, ως μια ζωντανή οντότητα, και ονόμασε αυτήν του την νέα επιστήμη «Κυματική» (Cymatics). Μια επιστήμη αφιερωμένη στην μελέτη των δημιουργικών δονήσεων σε κάθε φυσικό επίπεδο, από το μοριακό ως το γαλαξιακό. Αποκάλυψε κρυφούς φυσικούς νόμους, οι οποίοι έκρυβαν τον εαυτό τους από την ανθρώπινη αντίληψη.
.
.Η μυθολογία αναφέρει ότι ο Ορφέας μπορούσε να κάνει την ίδια την Φύση γύρω του να παίζει μουσική, ακολουθώντας τους μουσικούς τόνους της λύρας του…
Ο ποιητής και στοχαστής του 5ου αιώνα, Martianus Capella, μάς μιλά για το Άλσος του Απόλλωνα, στην Κύρα, κοντά στους Δελφούς, όπου «μια γλυκιά μουσική έβγαινε από τα δέντρα, μια υπέροχη μελωδία που γεννιόταν από την επαφή τους, καθώς το αεράκι ψιθύριζε ανάμεσά τους…»
Τα ψηλά, τα μεσαία και τα χαμηλά κλαδιά, μας λέει ο Martianus Capella, παρήγαγαν τα βασικά διαστήματα της οκτάβας, πέμπτες, τέταρτες, και ολόκληρους τόνους, κι έτσι σκόρπαγαν στο τοπίο «μια μελωδική αρμονία, την μυστική μουσική και τα τραγούδια των θεών…» πέρα από κάθε φαντασία.
.
Ο Ιησουίτης πανεπιστήμονας Athanasius Kircher (1602-1680) αποδεχόταν αυτήν την ιδέα, λέγοντας ότι ο άνεμος που φυσά στα πεύκα στ’ αλήθεια έχει αυτό το αποτέλεσμα, αν τα δέντρα έχουν αναλογικά το κατάλληλο ύψος.
Αλλά υποστήριζε και ότι κάποια φυτά είναι αναλόγως αρμονικά προς τον εαυτό τους. Έφερνε ως παράδειγμα το φυτό του γένους equisetum (γνωστό και ως αλογοουρά, horsetail), το οποίο έχει τους ρόζους του σε τέτοιες αποστάσεις μεταξύ τους ώστε είναι τοποθετημένοι ακριβώς όπως οι υποδιαιρέσεις του μονόχορδου (σε αναλογία 1:2:3:4), οπότε αν δεχθεί μία έντονη δόνηση τότε παράγει μουσική.
Εκμεταλλευόμενος την μυστηριώδη σοφία της Φύσης με έναν πολύ παράξενο τρόπο –ίσως επηρεασμένος από τις ιατρικές γνώσεις του Παράκελσου, για τον οποίο κάθε θεραπευτικό φυτό ενσωμάτωνε τις επιρροές ενός συγκεκριμένου άστρου– ο Giovani Battista de la Porta έγραψε το 1558 ότι όλες οι ασθένειες μπορούν να θεραπευτούν με την μουσική, αν η μουσική παιχτεί με μουσικά όργανα τα οποία είναι κατασκευασμένα από τους μίσχους ή το ξύλο των φυτών που έχουν τις ανάλογες θεραπευτικές ιδιότητες!
Για παράδειγμα, αναφέρει ότι οι λυμφατικοί και οι καχεκτικοί μπορούν να θεραπευτούν αν ακούνε μουσική από το φύσημα στον κούφιο μίσχο του φυτού του γένους helleborus (το λεγόμενο και ηλιοβόριο, hellebore), καθώς ταυτόχρονα τρώνε αυτό το φυτό. Κατ’ αυτόν, οι άνθρωποι μπορούν άμεσα να ερεθιστούν σεξουαλικά ακούγοντας φλάουτα κατασκευασμένα από το αφροδισιακό satyrion (σατύριο)… κ.ά.
Φυσικά, αυτό είναι μια πολύ παράξενη ιδέα, αλλά συμφωνεί απόλυτα με τα λεγόμενα πολλών στοχαστών, αλχημιστών και πειραματιστών, όπως αυτά του Novalis που μιλούσε για τους «πολυσύνθετους τόνους, τις υπέροχες συμπάθειες, και την πανέμορφη τάξη, που βρίσκονται εντυπωμένα στην Φύση και μπορούν να αναπαραχθούν από τον άνθρωπο αν αυτός γνωρίζει τον τρόπο…»
.
Πρέπει, φυσικά, να αναλογιστούμε ότι το ξύλο είναι par excellence δονητικό υλικό, το οποίο παράγει αρμονικούς συντονισμούς με κάθε δόνηση, και άλλωστε είναι το βασικό υλικό από το οποίο κατασκευάζονται τα περισσότερα μουσικά όργανα, (βιολιά και βιόλες, λαγούτα, κιθάρες, φλάουτα, φλογέρες, πιάνα, κλπ, κλπ).
Δεν είναι καθόλου τυχαίο, κατά την γνώμη μου, που οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι χρησιμοποίησαν την λέξη για το ξύλο, «ύλη», (που έχει επιβιώσει με την αρχική της έννοια π.χ. στη λέξη «υλοτόμος», ξυλοκόπος), για να ονομάσουν την υλική υποδομή του σύμπαντος, παθητική σε όλες τις μορφοποιητικές δυνάμεις που μπορούν κάλλιστα να ιδωθούν και ως δονητικές ή μουσικές στη φύση τους…
Η σύγχρονη ηχητική γλυπτική του μουσικού πειραματιστή Pinuccio Sciola (ενός γλύπτη που παράγει γλυπτά με ακουστικότητα, φανερώνοντας με τεχνητό τρόπο τις μουσικές που κρύβονται μέσα στα φυσικά υλικά), είναι χαρακτηριστική της ενδότερης μουσικότητας που υπάρχει στα φυσικά υλικά, που περιμένει να εξωτερικευθεί με τρόπους εφευρετικούς και αποκαλυπτικούς.
Τα ηχητικά γλυπτά του Sciola, που μπορεί κανείς να ακούσει στις εκπληκτικές ηχογραφήσεις τους, παράγουν μουσική από μόνα τους σε επαφή με τα στοιχεία της Φύσης, χωρίς καμία περαιτέρω ανθρώπινη παρέμβαση.
Και, εδώ μιλάμε για μελωδική μουσική που βγαίνει από ένα γλυπτό ή από ένα άγαλμα όταν βρέχει, όταν φυσάει, όταν ακούγεται βόμβος από έντομα γύρω του, όταν πέφτουν κεραυνοί, όταν τραγουδάει κοντά τους ένας άνθρωπος ή όταν ακούγεται ένα γέλιο ή ένα κλάμα, κλπ.
Το παράξενο μουσικό συγκρότημα των Sonar!, έχει παρουσιάσει ηχογραφήσεις από τις συχνότητες που εντοπίζονται στο ουράνιο φαινόμενο που ονομάζουμε «Βόρειο Σέλας», Aurora Borealis, οι οποίες έχουν ηχογραφηθεί με ειδικές συσκευές, και αυτές οι συχνότητες παράγουν επίσης μια μουσική, μια ουράνια μουσική, που έχει πολλές ιδιαίτερες επιδράσεις στον ακροατή αυτών των ηχογραφήσεων. Και σε συνδυασμό με ηχογραφήσεις από το τραγούδι των φαλαινών, όπως τις έχουν χρησιμοποιήσει οι Sonar, αποτελούν μοναδική ακουστική εμπειρία.
.
To ίδιο ισχύει για την «διαστημική μουσική» (Space Music) του Robert Rich, που αλλάζει συνειδητότητα στον ακροατή της με τους ειδικούς ήχους που ο συνθέτης αποκαλεί «glurp», η –στο σκοτάδι– ακρόαση με ακουστικά, των ηχογραφήσεων του οποίου, λέγεται ότι μπορούν να οδηγήσουν τον ακροατή σε εναλλακτικές καταστάσεις συνείδησης και σε φαντασμαγορικά οράματα…
Είναι η «μουσική των σφαιρών» (music of the spheres) που γίνεται ακουστή μέσα από τους πειραματικούς χειρισμούς καλλιτεχνών όπως ο Robert Rich, ή με τις πειραματικές μουσικές ηχογραφήσεις του Michael Stearns με τα «πλανητικά» και «γαλαξιακά» soundscapes του. (Η έννοια soundscape έχει δημιουργηθεί από τον μεγάλο Brian Eno, επινοητή του Ambient music, ο οποίος εισήγαγε στην μουσική τα «ηχητικά περιβάλλοντα», soundscapes ή ambiance). Αλλά και με τα παράξενα soundtracks του Stearns, όπως αυτό του εξωτικού μυστικιστικού φιλμ Baraka (με την ευκαιρία, κάποιος που του άρεσε το Baraka, οπωσδήποτε πρέπει να δει και την συνειδησιακή μουσική πανδαισία του εκκεντρικού μουσικού φιλμ Lucky People’s Center, το οποίο είναι μάλλον μοναδικό στο είδος του).
.
Αυτά δεν είναι παρά μια πολύ μικρή και ενδεικτική δειγματοληψία. Εισαγωγική.
Η Φύση παίζει μουσική, μουσική από το πουθενά, και οι εξερευνητές του Παράξενου την ανιχνεύουν και πειραματίζονται μαζί της…
Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΩΣ ΔΕΥΤΕΡΗ ΓΛΩΣΣΑ
.
Σύμφωνα με τη θέση των Korzybski-Whorf-Sapir, η γλώσσα που έχουν συνηθίσει οι άνθρωποι να μιλούν (και να γράφουν), επηρεάζει σημαντικά τις αντιλήψεις τους (δηλαδή την αντίληψή τους για την πραγματικότητα), τις αισθήσεις τους, τα concepts τους και τον τρόπο που καταλαβαίνουν τις έννοιες (και άρα την εννοιολογική πραγματικότητα), και ακόμη και αυτά που νιώθουν για τον εαυτό τους και για τον κόσμο γενικά.
Μάλιστα, ο Whorf αποκάλυπτε: «Μια αλλαγή στη γλώσσα μπορεί να μεταμορφώσει ολικά την εκτίμησή μας για τον κόσμο…»
Με λίγα λόγια, η γλώσσα δημιουργεί πραγματικότητα.
Και υπάρχει πάντα και αυτό που ονομάζω «η τυραννία των δεδομένων εννοιών», και πιστεύω ότι η αποστολή κάθε καλλιτέχνη θα έπρεπε να είναι να αποδράσει από αυτήν την τυραννία, και να καταδείξει τους τρόπους με τους οποίους μπορούν να αποδράσουν οι άνθρωποι που τον παρακολουθούν.
Αλλαγές στην γλώσσα σημαίνουν αλλαγές στην πραγματικότητα…
.
Ο θρυλλικός μουσικός πειραματιστής (και ένας από τους αγαπημένους μου) Paul De Marinis, γράφει για το παράξενο και συγκλονιστικό μουσικό έργο του, Music as a Second Language (διαθέσιμο από την εταιρεία Lovely Music Ltd, 10 Beach Street, New York, NY, 10013):
«Κρυμμένη κάτω από τις λέξεις της ομιλίας και κάτω από τις μελωδίες της μουσικής, ακούω το τραγούδι μιας φωνής πολύ αρχαιότερης από την γλώσσα.
»Οι μυστικές συσπάσεις του εγκεφάλου που κάνουν τους μύες να αρθρώνουν λόγο, ταράζοντας τον κόσμο με ένα τραγούδι που πλέον είναι χαμένο για εμάς εκτός ίσως από το γέλιο, γεννώντας επιτέλους έναν δυϊσμό του ήχου και του νοήματος. Τώρα μπορούμε να γράψουμε ή να διαβάσουμε, να συνθέσουμε ή να ακούσουμε, να μιλήσουμε και να συζητήσουμε, ακόμη και για τις ίδιες τις λέξεις.
Δεν μπορούμε πια να συνειδητοποιήσουμε ότι, καθώς μιλούμε, οι φωνές μας υψώνονται και πέφτουν, ακολουθώντας τα βαθύτερα περιγράμματα των μελωδιών της ομιλίας, που προεικονίζουν τις αισθήσεις μας και τα νοήματά μας. Ακόμη και η μουσική μας σταμάτησε εδώ και πολύ καιρό να τραγουδά αυτές τις μελωδίες, εκφράζοντας αντί αυτών την σταθερή πορεία της αρμονικής ακολουθίας. Ακόμη, όμως, καθώς διαβάζουμε ένα κείμενο, πρέπει να ανακατασκευάσουμε τις μελωδίες ενός συγγραφέα για να πιάσουμε το νόημα. Ακόμη κωδικοποιούμε τα συναισθήματά μας στην μελωδία της ομιλίας μας. Κι ακόμη, καθώς μιλούν οι ηγέτες μας, ακούμε όχι τις λέξεις αλλά την μουσική, και νανουρίζουμε τους σιωπηλούς εαυτούς μας σε έναν ύπνο της κατανόησης, υπάκουοι ακόλουθοι του γητευτή.
»Τα σφυρίγματα των πουλιών στην μύτη μας, το τρίξιμο της πόρτας που κλείνει μια φράση, η μετρημένη παύση που μεσολαβεί ανάμεσα από τις δηλώσεις μας, η μελωδία των αναστεναγμών μας, όλα αυτά υποθάλπονται στην επιλογή και την τάξη των λόγων μας. Αυτά είναι τα φαντάσματα στο υπόγειο της γραμματικής μας.
»Σε πολλά από τα κομμάτια μου για synthesized voice (φωνή που περνά μέσα –ή επεξεργάζεται– από συνθεσάιζερ), έχω μεταχειριστεί τις μελωδίες της ομιλίας ως μουσικό υλικό. Με την διαδικασία της ανάλυσης από κομπιούτερ και της ανασύνθεσης (computer analysis and resynthesis) εξάγω την μελωδική γραμμή της προφορικής γλώσσας, την εμπλέκω σε μια ποικιλία από συνθετικές μεταμορφώσεις, και ταιριάζω τα αποτελέσματα σε digital μουσικά όργανα.
»Κατά την πορεία αυτήν, η αυθεντική φωνή γίνεται λίγο ή πολύ ασώματη, αλλά διατηρεί πολύ από το αρχικό της πνεύμα και νόημα. Με το μοντέλο της ηλεκτρονικής ανάλυσης μπορώ να αλλάξω την εκφορά του λόγου –αλλάζοντας την ομιλία σε drones ψιθύρων, βαθμούς προφοράς, τονισμών και εμφάσεων– επιταχύνοντας ή επιβραδύνοντας την ομιλία ανεξάρτητα από τον μουσικό τόνο της ή την οξύτητα και το βάθος του ήχου, αλλά και εμφανίζοντας μια ποικιλία άλλων εφέ, πολλά από τα οποία μοιάζουν τελείως ανοίκεια αλλά συμφωνούν απόλυτα με την κινηματική της φωνητικής έκτασης.
»Καθώς συνθέτω, ακούω και σκέφτομαι. Επιλέγω φωνητικές πηγές που με ενδιαφέρουν πολύ, ιδιαίτερα τις φωνές των τηλε-ευαγγελιστών, των υπνωτιστών, των πωλητών, των διαφημιστικών μοντέλων, των πολιτικών, των βάρδων…»
.
.
Αξέχαστα μού έχουν μείνει τα δύο κομμάτια που ανοίγουν το έργο Music as a Second Language του Paul De Marinis.
To πρώτο με τον τίτλο Lecon par l’aiguille, είναι μια ηχογράφηση από έναν δίσκο του 1930 με μαθήματα γλώσσας. Ο καθηγητής Paul Passy, με την γλυκιά αλλά ακριβέστατη φωνή του, διδάσκει ρυθμικά στους ακροατές του πώς να μιλούν τραγουδιστά την Γαλλική γλώσσα.
Το δεύτερο με τον τίτλο Fonetica Francese, είναι ένα σύγχρονο remake του πρώτου, στο οποίο οι μελωδίες της συνθετικής φωνής που ακούγεται από ηλεκτρονικό υπολογιστή φορτωμένο με ένα πρώιμο πρόγραμμα τεχνητής νοημοσύνης, προσπαθούν να ακολουθήσουν τις οδηγίες του καθηγητή. Το κομμάτι αυτό έχει προκύψει από μία σπουδή του Paul De Marinis με τίτλο Fonetica Alieni, στο οποίο ακούγονται συνθετικές ηλεκτρονικές φωνές, που διδάσκουν μεθόδους εκμάθησης ανθρώπινων γλωσσών σε εξωγήινους, με το σκεπτικό ότι δεν θα διαθέτουν τα ίδια φωνητικά όργανα… Η χαλαρή τονική μουσική που ακούγεται από πίσω, προσδίδει μια ατμόσφαιρα εκπομπής προς το διάστημα, με satelite feed.
Το κομμάτι Odd Evening παράγει μουσική από ένα κινέζικο ραδιοφωνικό θεατρικό έργο, και οι ρυθμοί και μελωδίες των ομιλιών κατοπτρίζονται από τα μουσικά Διπλά τους, με την σπασμωδική συνοδεία ηλεκτρικών μεταλλόφωνων από σήματα ραδιοφωνικών ανακοινώσεων.
Στο An Appeal, ακούγεται το τραγούδι της φωνής ενός εισαγγελέα καθώς κάνει μια νομική υπαγόρευση, που με την επεξεργασία σε synthesized voice μεταμορφώνεται σε ρυθμική ηχητική τελετή.
Στο συνταρακτικό The Sand Clock, μέσα από το κομπιούτερ ακούγεται ψηφιακά επεξεργασμένος ένας αρχαίος Άραβας βάρδος και ποιητής, που απαγγέλλει τραγουδιστά ένα ποίημα το οποίο μας υπενθυμίζει να μοιραζόμαστε μια μικρή χαρά στην μνήμη της ευχαρίστησης που κάποτε ζήσαμε. Ρυθμικές σπασμωδικές μελωδίες από αραβικούς ζουρνάδες που έχουν αλλαχθεί ηλεκτρονικά για να ακολουθούν την φωνή που απαγγέλλει στα Αραβικά, δημιουργούν μια αίσθηση ιερότητας και ίσως ενός μυστικιστικού κώδικα.
Το The Power of Suggestion, είναι το εισαγωγικό κομμάτι ενός κύκλου από performances, που βασίζονται στις φωνές υπνωτιστών, ευαγγελιστών και πωλητών, δημιουργώντας μια μουσική ηλεκτρονική πανδαισία.
Μεταξύ αρκετών άλλων, τέλος, το ανεπανάληπτο επιλογικό κομμάτι Beneath the Numbered Sky, που είναι βασισμένο σε ένα Ινδονησιακό παραδοσιακό τραγούδι, (στο οποίο, καθώς η νύχτα πέφτει, η μητέρα νανουρίζει τα παιδιά της, πλέκοντας ηχητικά ένα μαγικό προστατευτικό ξόρκι γύρω από το σπίτι, και με το τραγούδι διηγείται ότι μεταμορφώνεται σε ένα μαγικό πουλί που πετά προς το έναστρο διάστημα μαζί με τον εραστή της), είναι μια μακρόσυρτη ηλεκτρονική ηχητική Οδύσσεια σε τραγικό ύφος, κάτι που θα νόμιζε κανείς ότι ακούγεται από την τεχνητή νοημοσύνη ενός διαστημόπλοιου που τραγουδά καθώς εξερευνεί τις εσχατιές του σύμπαντος, μέσα σε μία αργή θάλασσα από ηχητικές εκπομπές που ταξιδεύουν ατέρμονα στο διάστημα.
.
Στα χέρια των νέων μουσικών πειραματιστών, η γλώσσα δεν είναι αυτό που φαίνεται. Ο Paul De Marinis το έχει αποδείξει αυτό…
.
Ο μεγάλος μουσικός πειραματιστής John Cage έχει δηλώσει
«Η μουσική στην οποία εστιάζομαι, δεν χρειάζεται να αποκαλείται μουσική. Τίποτε δεν υπάρχει μέσα σε αυτήν την μουσική που να απαιτείται να το θυμάσαι. Δεν υπάρχουν θέματα, μονάχα δραστηριότητα τόνων και σιωπών…»
Το ίδιο ακριβώς ισχύει και στην προφορική γλώσσα, μια δραστηριότητα τόνων και σιωπών, που είναι μουσική, μια μουσική που έχει ως σκοπό ύπαρξής της την επικοινωνία μηνυμάτων και νοημάτων, που όμως τελικά δημιουργούν τα ίδια τα νοήματα και τα μηνύματά τους.
Αυτό φανερώνει ότι η προσέγγιση είτε προς την γλώσσα είτε προς την μουσική είναι μια διαδικασία πειραματικής αποκρυπτογράφησης…
Η ΠΡΟΕΚΤΑΣΗ ΤΩΝ ΟΡΙΩΝ
.
Μεγάλο κομμάτι της πρωτοποριακής νέας ηλεκτρονικής πειραματικής μουσικής, είναι σαν ένας λευκός καμβάς στον οποίον μπορείς να διαλέξεις εσύ τα δικά σου χρώματα, ή σαν μια λευκή σελίδα στην οποία εσύ μπορείς να δεις ότι γράφει τις δικές σου λέξεις.
Δεν υπάρχει μοναδιαία θέαση του έργου, μοναδιαία ανάγνωση, τα νοήματα γλιστρούν στη σφαίρα του αβέβαιου, η σύνθεση χάνει όλα τα οικεία χαρακτηριστικά της, πρώτα απ’ όλα την μελωδία. Εδώ μιλώ για το Noise music, την μουσική του θορύβου.
White Noise: Λευκός Θόρυβος: Από την εποχή που ο Friedrich Jurgensen, ο καλλιτέχνης που ανακάλυψε το E.V.P. (Electronic Voice Phenomena – για τα πάντα γι’ αυτόν και γι’ αυτά, βλέπε στο βιβλίο μου Paranormal), και έγινε ερευνητής του Αγνώστου και των πνευματικών πεδίων, παρουσίαζε ηχογραφήσεις από χορωδίες αγγέλων στα βραχέα του ραδιοφώνου μαζί με αινιγματικά παράσιτα και ακατανόητες εξωκοσμικές φωνές… (Έχω στην συλλογή μου αυτές τις ηχογραφήσεις και πρέπει να ομολογήσω ότι είναι εξαιρετικά τρομακτικές και έχουν μια στοιχειωτική ποιότητα, που όποτε τις ακούω αυξάνεται αντί να μειώνεται με τα πολλά ακούσματα… )
Έως την σύγχρονη εποχή όπου το πειραματικό μουσικό ντουέτο των EKG παρουσιάζουν τις ηχογραφήσεις του δίσκου τους Object 2, πλημμυρισμένο από συνταρακτικούς ηλεκτρονικούς θορύβους που τους ακούω με την ίδια ζεστή οικειότητα που ακούγαμε κάποτε τα blues – ο θόρυβος πλέον είναι η ύψιστη δημιουργία, ιδιαίτερα όταν είναι ακριβής και επιλεκτικός, κωδικοποιημένος και ακουστικά στυλιζαρισμένος, σαν γλώσσα μηχανής, ή σαν κωδικές επαφές με το κυβερνητικό-cybernetic (πνευματικό) πεδίο.
Στο Object 2 οι EKG (όπως θα έκανε στην δεκαετία του 1940 ο Oscar Salla με το mixture Trautonium) κάνουν τα ηλεκτρονικά κυκλώματα να τραγουδούν με την θλίψη των θορύβων, νέων επινοημένων θορύβων που έχουν προκύψει πλέον ως πνευματικές δημιουργίες, με λανθάνουσα λυρικότητα, εναλλαγή ακουστικών μοτίβων που επιδρούν στο νευρικό σύστημα: ηλεκτρονικά συναισθήματα –δεν μπορεί κανείς να το περιγράψει αλλιώς αν το ακούσει.
Ο συνταιριασμός της μεταφυσικής με την τεχνολογία, συνεχίζει να είναι μια ιδιόμορφη αποστολή πολλών παράξενων πειραματικών μουσικών σχημάτων, όπως για παράδειγμα οι Psychophysicist (Ψυχοφυσικοί). Μουσικό σχήμα που δημιουργήθηκε από τον Adi Newton, δημιουργό των θρυλικών Clock DVA, (ένα μουσικό σχήμα που με γοητεύει ατέρμονα επί δεκαετίες με τα πειράματά του στο Anterior Research Studio στο Sheffield, και που υπήρξε η μεγαλύτερη και πιο διαρκής επιρροή στον κόσμο του Cyberpunk –κατά την γνώμη μου ένα από τα καλύτερα μουσικά σχήματα όλων των εποχών), και από τον δημιουργό των εξαιρετικών Haffler Trio (ίσως της μεγαλύτερης διαρκούς πειραματικής καταιγίδας που χτύπησε ποτέ τον στερεότυπο χώρο της μουσικής, όλα τα έργα τους είναι ανυπέρβλητης αξίας από κάθε άποψη), οι Psychophysicist έχουν κυκλοφορήσει τρεις σπάνιους δίσκους που εξερευνούν τις επιδράσεις των συχνοτήτων στον ανθρώπινο οργανισμό και ψυχισμό.
Κάθε κομμάτι έχει τίτλο μία συχνότητα στην κλίμακα Hertz, ή έναν μυστικιστικό ορισμό, και ξετυλίγει μια μουσική πεδίου, που ξεκινάει από την εκπομπή συχνοτήτων θορύβου, εξελίσσεται σε ρυθμό, και καταλήγει σε ένα πανδαιμόνιο τόνων και μουσικών φράσεων που τις νιώθεις να σου δονούν τον εγκέφαλο, λες και ο νούς σου προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει και να επεξεργαστεί ένα μήνυμα, που εκπέμπεται με συχνότητες και παίζει με τα ερεθίσματα που προκαλεί.
Στο πιο σκοτεινό πάντρεμα της μεταφυσικής με την τεχνολογία, νομίζω ότι πρωταγωνιστεί πλέον ο καταραμένος μουσικός πειραματιστής Lustmord, η δαιμονοληπτική μουσική τού οποίου έχει προφανέστατα (αν κρίνω από τους τίτλους της) ξεπηδήσει από την μελέτη του Aleister Crowley και τα φιλμς του Todd Browning και του Jacques Tοurnier, κάτι που έτσι και αλλιώς τον κάνει να ακούγεται σαν ηχολογικός Austin Osman Spare, παρ’ όλο που φαίνεται οι αγαπημένοι του ήρωες να είναι ο Nicola Tesla, ο Lynch και ο Tarkovsky, και ο Adi Newton.
Η παράδοση κρατάει από πολύ παλιά και έχει προχωρήσει στον 21ο αιώνα πολύ πιο μπροστά από την εποχή μας, και σε πλήρη επαφή με το παρελθόν. Ο ηλεκτρονικός θόρυβος του Merzbow βρίσκεται ολόκληρος στο Kontakte του professor Stockhausen. Και, μιλώντας για τον Stockhausen, (αξέχαστη μου έχει μείνει η ultra παράξενη μουσική του στο Κονσέρτο για 359 Γραφομηχανές) στο τέλος του έργου του Hymnen θα έλεγε κανείς ότι εμπεριέχονται οι ηχογραφήσεις του ανθρώπινου σώματος (Recordings of the Human Body) του Aube, κι ο Aphex Twin δεν είναι παρά dance music ala Stockhausen.
Και όλες οι καλύτερες στιγμές των Autechre βρίσκονται σε πλήρη συνέχεια με τους ηλεκτρονικούς «παρα-ρυθμούς» (pararythmics) της Pauline Oliveros, εξήντα χρόνια πριν…
Ο Καναδός καλλιτέχνης Alan Bloor (γνωστός και ως Knurl, Pholde ή Pyrox) έχει την συνήθεια να συμπεριλαμβάνει στα εξώφυλλα των άλμπουμς του το ενημερωτικό μήνυμα σε sticker: «No musical instruments were used in this recording» (Κανένα μουσικό όργανο δεν χρησιμοποιήθηκε σε αυτήν την ηχογράφηση).
Ουσιαστικά, το κεντρικό concept –χαρακτηριστικό κάθε μουσικού έργου– είναι νεκρό πια.
Ακόμη και στο Object 2 των EKG, που ανέφερα παραπάνω, δεν υπάρχει καμία πληροφορία, κανένα σχόλιο, ένα λευκό εξώφυλλο με δύο μικρές φωτογραφίες των προσώπων που παίζουν, και εικόνες από κάποια μηχανήματα, ακόμη και οι τίτλοι των κομματιών δεν είναι παρά αριθμοί. Κανείς δεν ξέρει περί τίνος πρόκειται, και το άκουσμα δεν βοηθά σε τίποτε για τον σχολιασμό ή την γραμμική κατανόηση.
Συχνά η «ανακάλυψη ήχων» έχει αντικαταστήσει ακόμη και την πρωτοποριακή «δημιουργία ήχων» που είχε αντικαταστήσει την «ηχολογία» που είχε αντικαταστήσει το sampling που είχε αντικαταστήσει την ηλεκτρονική μουσική που με την σειρά της είχε αντικαταστήσει την συμβατική μουσική…
Δεν θα υπερέβαλλε κανείς αν έλεγε ότι βαδίζουμε ολοταχώς πλέον προς τους χειρισμούς της σιωπής, έχοντας ξεπεράσει κατά πολύ τους χειρισμούς των θορύβων, που είχαν αντικαταστήσει τους χειρισμούς των συνδυασμών με νότες.
Στην πιο πρωτοποριακή μουσική σκηνή, δεν υπάρχουν καν πλέον μουσικά όργανα, όπως ακριβώς το δηλώνει ο Alan –Pyrox– Bloor. Πρόσφατα άκουσα ένα CD με ηχογραφήσεις φτιαγμένες από τους ήχους των barcodes που διαβάζονται από μηχανήματα, και στο εξώφυλλο έφερε την ενημερωτική σημείωση: «All electronic sounds are 100% barcode controlled».
Ακούγοντας το έργο Interglacial του Michael Prime (ένα PowerMac manipulation των ήχων ενός οικιακού ψυγείου), σκέφτομαι ότι δεν είναι τίποτε μπροστά στην μουσική με γρυλλίσματα σκύλων που παρήγαγε ο Monte Cazzaza, ή τους ανεπαίσθητους ήχους που βγάζει ένας σκίουρος σε αποσύνθεση ενισχυμένους και επεξεργασμένους σε νυχτερινή σουίτα από τους Lola-Tenga-Tenga, ή την φαντασιακή δυναμικότητα των μουσικών συνθέσεων του Ιάπωνα Koji Asano, που κατάφερε να αναπαράγει στο άλμπουμ του Monsoon μία ολόκληρη ώρα λεπτεπίλεπτης εξαίσιας ερεθιστικής μουσικής πιάνου, παιγμένου αφού έχει αδειάσει ένα καροτσάκι γεμάτο μολύβια και μπαλάκια του πινγκ-πονγκ στο εσωτερικό του πιάνου, με αποτέλεσμα το πιάνο με ουρά να ακούγεται με μία πλημμύρα από τριξίματα και παράξενες αντηχήσεις παίζοντας τις μαγικές μελωδίες.
Α, και εκείνες οι ηχογραφήσεις πεδίου του Kyoshi Mizutani από διάφορα πουλιά σε διάφορες τοποθεσίες, με αποτέλεσμα το εξαιρετικό έργο Birdsongs, όπου τα κελαηδίσματα ακούγονται με συγκλονιστική καθαρότητα και ευκρίνεια καθώς σταδιακά μιξάρονται μεταξύ τους δημιουργώντας αιθέριους ρυθμούς και μελωδίες, και καθώς ο Mizutani λεπτεπίλεπτα μανιπουλάρει τους ήχους των αυθεντικών ηχογραφήσεων.
Τα πουλιά του Mizutani ακούγονται καλύτερα, καθαρότερα, σημαντικότερα, από τα αληθινά πουλιά, είναι η ίδια η ψυχή των πουλιών που ακούς από τα ηχεία, η ίδια η ουσία της αιθέριας ύπαρξης του κελαηδίσματος, καταλαβαίνεις τελικά ότι πρόκειται για γλώσσα και όχι για τραγούδι, είναι σχεδόν τρομακτικό, στο τέλος όμως σε γαληνεύει.
Βλέποντας στην σκηνή τον Karlheinz Stockhausen μαζί με τους μουσικούς του, να εκτελεί την (τότε) νέα όπερα-μαμούθ του, LIGHT!, καταλαβαίνεις τι συμβαίνει στην νέα πειραματική μουσική: γίνεται μια προέκταση των ορίων, όλων των ορίων.
Στην σκηνή εκτελούνται τρία επίπεδα συνεχούς αφηρημένης ηλεκτρονικής μουσικής, ανακαλυμμένοι ήχοι που επεξεργάζονται τον εαυτό τους αυτόματα μέσω των μηχανημάτων, σχεδόν θεατρικές σκηνές που εκτελούνται από live μουσικούς, προβολές από τυχαίες εικόνες των δρόμων μαζί με παλιές γκραβούρες. Για μεγάλα χρονικά διαστήματα η σκηνή παραμένει τελείως άδεια, άλλες φορές είναι βυθισμένη στο σκοτάδι, άλλες στιγμές πλημμυρισμένη από μία πορτοκαλί λάμψη που φωτίζει δαιμονικά τους άδειους τοίχους ενός μινιμαλιστικού σκηνικού. Στο κενό και τις σιωπές της κάθε ανάπαυλας, μένει ένας ηλεκτρονικός θόρυβος που κυματίζει ψιθυριστά, αναμειγμένος με την musique concrete από απόμακρους κεραυνούς, σκυλιά που γαβγίζουν, γραφομηχανές, επιταχύνσεις αγωνιστικών αυτοκινήτων, κοράκια, και ηχηρές προβολές από φωτοτυπικά μηχανήματα.
Ο Stockhausen εμφανίζεται κάποια στιγμή με σηκωμένα τα μανίκια και ενθαρρύνει ήρεμα το κοινό να κλείσει τα μάτια του ενώ όλα αυτά συμβαίνουν και να συγκεντρωθεί απόλυτα στους ήχους και στην μουσική, και στην αίσθηση του ανέμου που φυσούσε εκεί, «Δεν υπάρχει τίποτε να δείτε» «ακόμη και οι ήχοι δεν είναι αληθινοί, τώρα τους φτιάχνουμε, μόνο για εσάς»…
Ο Alan Moore και ο David J. (των Bauhaus) ανοίγουν μαγικά παράθυρα με τους μουσικούς και αφηγηματικούς πειραματισμούς τους στο The Moon and Serpent Grand Egyptian Theatre of Marvels (ένα από τα καλύτερα πράγματα που έχω ακούσει εδώ και πολλά χρόνια – και όχι μόνο επειδή είναι Megapolisomancy).
Ο Kyoshi Mizutani παίζει με τα τραγούδια των πουλιών του, κι ο μεγάλος Gordon Mumma επιτίθεται στον ακροατή με έναν καταιγισμό ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών ήχων δηλώνοντας ότι συμβαίνει μια μεταστοιχείωση των ήχων σε ακουστικές ονειρώξεις.
Ο Luc Ferrari ηχογραφεί τις φωνές των παιδιών στους δρόμους στο Αλγέρι, και τις παραμορφώνει μιξάροντάς τες με σπαραξικάρδιες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, τελετουργικά τύμπανα και μοιρολόγια, υπερηχητικά τζετ και ρυθμικούς ήχους δορυφόρων.
Οι άνθρωποι αυτοί έχουν επανεφεύρει την πραγματικότητα…
ΠΡΩΤΑΚΟΥΣΤΑ ΑΚΟΥΣΜΑΤΑ
.
Ακούω την μουσική του πρωτοπόρου Gordon Mumma, (προτιμώ τα έργα του Studio Retrospect, Stereo and Binaural Electroacoustic Music, Megaton for William S. Burroughs, Conspiracy 8, Cybersonic Cantilevers, Cirqualz, Psychotronic Resonance, Dream-Ballad of the Schismatic machinery), και καταλαβαίνω ότι πρόκειται για ένα θέατρο πληροφορίας, μαθηματικών αναλύσεων, μηχανιστικών εντολών, ηχητικών τηλεμεταφορών, απόκρυφων συνομιλιών, δικτυακών υπερ-περιγραφών (ένα ηχητικό hypertext), ηλεκτρονικών αλληγοριών. Ηχολογική τρομοκρατία, στερεο-σημειολογία, το απόλυτο soundtrack για το αληθινό Matrix, για τα βιβλία του Marshal MacLuhan, ή για το Mona Lisa Overdrive του William Gibson…
Αν θα έπρεπε να υπάρχει μόνο ένας μεγάλος διαννοούμενος της πειραματικής ηλεκτρονικής μουσικής, αυτός θα ήταν σίγουρα ο Gordon Mumma.
.
.
Οι αγαπημένες μου δουλειές του συνταρακτικού μουσικού πειραματιστή Luc Ferrari, αποτελούν από μόνες τους αξιομνημόνευτες ηχητικές και αισθητικές περιπέτειες:
Son Memorise (Symphonic Walk through a Soundscape), όπου οι αναπάντεχες ηχογραφήσεις από δρόμους διαφόρων πόλεων του κόσμου –Αλγέρι, Ρώμη, Λισαβώνα, Βομβάη, Παρίσι– συνδυάζονται από ποικίλες μουσικές παρεμβολές, φευγαλέα ηχητική σημειολογία, «ηχοπροσθετική», και αστική τελετουργική μουσική, Cycle des Souvenirs (Exploitation des Concepts no 2, και Journal of the Disorder or the Pursuit of Everyday Sounds), o Ferrari έχει ανακαλύψει την νέα έννοια των ηχητικών σουβενίρ, που μπορούν να
συλλεχθούν με ηχογραφήσεις επί τόπου στην καθημερινότητα, και έπειτα να αναχθούν σε εκκεντρική απασχόληση μέσω της συνεχούς επεξεργασίας τους ως το στάδιο της μουσικών μηνυμάτων, που με την σειρά τους εκπέμπονται προς άγνωστο παραλήπτη, Impro-Micro-Acoustique, το προσεκτικό κυνήγι ήχων, που παράγονται από πειραματικούς μουσικούς με μια ποικιλία διασκευασμένων οργάνων σε μια ποικιλία από εξωτερικά και εσωτερικά περιβάλλοντα, τα οποία ο Luc Ferrari προσεγγίζει με μικρόφωνα και ηχογραφεί μικρές στιγμές τους, συχνά ανεπαίσθητες, που τις ονομάζει μικρο-ακουστική, κι έπειτα τις συνδυάζει, με αποτέλεσμα μια τελείως νέα σύνθεση, που δεν είναι μοντάζ αλλά έχει χρησιμοποιήσει ως μουσικά όργανα άλλες συνθέσεις, και, φυσικά, αποτελούν έναν αυτοσχεδιασμό με τους αυτοσχεδιασμούς…
.
Το συναρπαστικό πειραματικό μουσικό σχήμα των E.A.R. (Experimental Audio Research), με τα έργα τους Data Rape, Sonic Boom, Millenium Music, Phenomena 256, Vibrations, Beyond the Pale, κ.ά., έχουν αλλάξει τις παραδοσιακές κατευθύνσεις της νέας πειραματικής μουσικής, και, από εξερεύνηση των ήχων, αυτοί πλέον κάνουν ηχητική εξερεύνηση, κάτι που έχει μεγάλη διαφορά. Δεν εξερευνούν τους ήχους αλλά χρησιμοποιούν τους ήχους για εξερεύνηση.
Οπλισμένοι με μια εντυπωσιακότατη συστοιχία από τελείως άγνωστη μουσική τεχνολογία, και με την ικανότητα να δημιουργήσουν κάτι πολύ γοητευτικό με αυτήν, διεξάγουν μια εξερεύνηση σε concepts πέρα από τα συμβατικά όρια μουσικής έκφρασης και επικοινωνίας, που, φυσικά, σηκώνουν τόσο μεγάλη συζήτηση και ανάλυση, που κυριολεκτικά δεν περιγράφονται με απλά λόγια.
Ενδιαφέρον έχει και το γεγονός ότι χρησιμοποιούν βοηθούς και συμβούλους που παρουσιάζονται στα credits με τίτλους όπως voltage control adviser, spectrum navigator, space themes coordinator, digital communication receiver, sonar analyst, algorithm planning advisor, κλπ…
Δειγματοληπτικά αναφέρω ότι στο άλμπουμ τους Millenium Music, (για το οποίο έχουν δηλώσει ότι έχει σκοπό να κατοπτρίσει τον χρόνο από την προϊστορία και την εποχή των δεινοσαύρων ως την σύγχρονη ψηφιακή επικοινωνία, δουλεύοντας με ήχους και textures που θα επικαλούνται τα πάντα, από τερατώδη ερπετά μέχρι computer whirls και πάλι πίσω, εξερευνώντας μια ποικιλία δυνατοτήτων στην πορεία), συγκεντρώνονται σε διασκευασμένη βιόλα και μπάσο φιλτραρισμένα από υπολογιστές, χρησιμοποιώντας Theremin, voice synths ανθρώπων και ζώων, noise-tweakers (ανάμεσά τους το αγαπημένο τους Ε.Μ.S. VCS3), glitches και gurgles, έναν κοχλάζοντα βάλτο ηλεκτρονικών ήχων, επεξεργασμένα κύμβαλα, Enigma Coda, φωνητικές εκρήξεις και κυκλοθυμικούς ρυθμούς…
ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΧΑΣΩ…
.
Και θυμάμαι έστω και την τελευταία στιγμή να αναφέρω εδώ μερικά πράγματα που κανείς δεν πρέπει να παραλείψει στην εισαγωγική εξερεύνησή του της νέας πειραματικής μουσικής:
.
- την εξαιρετική δουλειά του Robert Ashley στο μνημειώδες πλέον έργο Automatic Writing,
- την μοναδική ατμοσφαιρική περιπέτεια (ένα ολόκληρο παράξενο ταξίδι σε έναν άλλο κόσμο) του Alvin Curran στο απίστευτο έργο του Maritime Rites,
- όλα τα έργα του enfant terrible της πειραματικής μουσικής που ακούει στο όνομα John Cage (με ζενίθ, κατά την γνώμη μου, το Imaginary Landscape) αφού όλες τις πρωτοποριακές κινήσεις στην σύγχρονη μουσική κατά πάσα πιθανότητα τις έχει κάνει όλες πρώτος αυτός, και συνεχίζει να τις κάνει στον άλλο κόσμο,
- τις ηλεκτρονικές συνθέσεις του Steve Roach που παράγει στην Αριζόνα ως «techno-shaman» και που ενοποιεί τις αρχαίες και τις σύγχρονες διαστάσεις της μυστικής μουσικής,
- τις ιδιαίτερες ατμόσφαιρες των συνθέσεων του Angelo Badalamenti –μεταξύ πολλών άλλων ταινιών, υπεύθυνου για την μουσική επένδυση ταινιών του David Lynch, αλλά και τους καταπληκτικούς μουσικούς δίσκους του ίδιου του David Lynch,
- τα soundscpapes του Fennesz, και τον minimal techno πειραματισμό των Pan Sonic και των Raster Noton Crew, την post-industrial θορυβοποιία των Whitehouse και του Merzbow και του Maurizio Bianchi (που έχουν φτάσει στα απόλυτα άκρα του είδους τους και δεν νομίζω ότι πάει πιο πέρα),
- τις κλασσικές πια Drone σκοτεινές περιπλανήσεις των Earth και των Sun-O))),
- τις εκπληκτικές και σχεδόν δοκιμιακές δουλειές του καλύτερου experimental group όλων των εποχών, κατά την γνώμη μου, των Haffler Trio – και, μετά από αυτούς, των δεύτερων αρχόντων κάθε είδους παράξενου μουσικού πειραματισμού, των Nurse With Wound. (Ο μεγάλος και παράξενος και δυσεύρετος πλούτος αυτών των δύο τελευταίων, νομίζω ότι δεν έχει όμοιό του στην Ιστορία της μουσικής),
- την καταπληκτική δουλειά τού πιο λεπτεπίλεπτου σύγχρονου πειραματιστή, κατά την γνώμη μου, του Tod Dockstader (επιφέρουν ανεξάντλητα ακούσματα τα έργα του Aerial, Pond, Night Music, κ.ά.) που παίζουν με τόσο λεπτεπίλεπτα πράγματα και ιδέες που ενθουσιάζομαι και μόνο με την σκέψη τους – πόσο μάλλον με το άκουσμά τους,
- τις συνθέσεις του Harry Partch, παράτολμου συνθέτη και κατασκευαστή μουσικών οργάνων, που επινοούσε τα δικά του μουσικά όργανα, π.χ. από κομμάτια καταρριφθέντων αεροσκαφών,
- Ghost Box, The Advisory Circle, Pye Corner Audio, The Focus Group, Belbury Polly, Moon Wiring Club, Mordant Music, John Baker, The Windward Isle, The Aviatory Club, King of Woolworths, Julian House, Phenomena and Occurrences, κ.ά., όλη αυτή η νέα ρετρό vintage «ΒΒC» πειραματική ηλεκτρονική σκηνή μού αρέσει πολύ – είναι ο αιθερικός σύνδεσμος δύο εποχών,
- τον δίσκο ¡Ay! της Κολομβιανής πειραματίστριας Lucrecia Dalt : ένα sci-fi σετ σημάτων από το διάστημα προς την Γη, ή το αντίστροφο… Η Dalt διηγείται την ιστορία ενός εξωγήινου μέσα από bolero, salsa, mambo, son and jazz, κατακλυσμένη από νοσταλγία και haze, (αν και εγώ σίγουρα προτιμώ την παλιά παράξενη Lucia Pamela και το Walking on the Moon…)
- τα σχήματα και οι μουσικοί : Scanner – A Challenge of Honour – Jacaszek (“Glimmer”) – Death Ambient (Kato Hideki – Ikue Mori – Fred Firth) – Flatline Skyline – Dawn of Midi – Nuno Canavaro – Speaker Music – Cavern of Anti-Matter – Dali de Saint Paul & Maxwell Sterling – Random Inc – Lee Ranaldo – Luca Formentini – GCTTCATT
- τον δικό μας Strange Έλληνα εκλεκτικό Harry Elektron –και τα πολλά εξαίσια concept albums του μέσα στα χρόνια,
- τον Ryoji Ikeda στο“Dataphonics”,
- τις πολύ ιδιαίτερες ηχογραφήσεις του The Caretaker, παλιές νοσταλγικές μελωδίες που ακούγονται μέσα από ασυρμάτους, ηχώ, ρετρό ραδιόφωνα, ηχητικά περιβάλλοντα σε background, παράσιτα, απομακρυσμένα, στην ατμόσφαιρα του φινάλε της ταινίας The Shining του Stanley Kubrick με την τελική της παλιά φωτογραφία του Τζακ –καταπληκτικοί χειρισμοί παλαιών ηχογραφήσεων και επανεισαγωγή τους με νέο Ambience,
- και του Christian Marclay, ενός concpeptual artist και DJ, έστω και μόνο για το γεγονός τού ότι κυκλοφόρησε τον δίσκο του με τίτλο Record Without a Cover χωρίς εξώφυλλο ή επένδυση, με σκοπό να συγκεντρώσει ο δίσκος σκόνη, γρατζουνιές και άλλες ανωμαλίες, που θα επιδράσουν ως συγχρονιστικά ηχητικά εφέ στο τελικό άκουσμά του από τον αγοραστή.
.
Αυτή η STRANGE μικρή εισαγωγική εξερεύνηση στην παράξενη πειραματική μουσική του 20ού αιώνα για τον 21ο αιώνα, όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς, είναι ελλιπής και τελείως προλογική, αλλά νομίζω ότι περιέχει όλες τις πόρτες-κλειδιά που μπορεί να χρησιμοποιήσει κάποιος για να πάει ακόμη πιο μακριά από τα τοπία που προτείνουν αυτές οι σελίδες.
Άλλωστε, νομίζω ότι είναι και οι πόρτες-κλειδιά που ακολουθούν όλοι οι νέοι παράξενοι πειραματιστές μουσικοί στον ημιφωτισμένο διάδρομο που μόλις έχει ανοιχθεί, του 21ου αιώνα, και οδηγεί στο ανυπολόγιστο μακρινό μέλλον της μουσικής.
.
Είναι μια παγκόσμια, διαχρονική και πανανθρώπινη αλήθεια, ότι ο άνθρωπος έχει επιτύχει με την μουσική απειράριθμες πνευματικές εξερευνήσεις που δεν έχει καταφέρει με κανένα άλλο μέσο.
Και είμαι βέβαιος ότι οι μεγαλύτεροι πειραματισμοί που μπορούν να γίνουν στην σύγχρονη αληθινά παράξενη μουσική, μπορούν να γίνουν από τους εμπνευσμένους ακροατές της. Ακούστε την, αυτοσχεδιάζοντας. Κανείς δεν ξέρει σε τι ανακαλύψεις θα οδηγηθείτε, όλο και πιο μακριά στο Άγνωστο….
.
Παντελής Β. Γιαννουλάκης ©Ο Λόφος των Ονείρων του Άρθουρ Μάχεν (1863-1947), είναι ένα από τα ωραιότερα βιβλία που έχω διαβάσει στην ζωή μου. Είναι ίσως το αρχετυπικό έργο για Ονειροπόλους: η εξαίσια, ψυχεδελική…


O Πρόεδρος Trump κράτησε την υπόσχεση του και (όπως διέταξε προς το Αμερικανικό Υπουργείο Πολέμου πριν λίγο καιρό) άρχισαν να απελευθερώνονται υπηρεσιακά και στρατιωτικά αρχεία και ντοκουμέντα για τα UFOs,…
Παντελής Φ. Β. Γιαννουλάκης Έπειτα από 54 χρόνια οι Άνθρωποι επιστρέφουν στην Σελήνη! (Ρομποτικά έχουν επιστρέψει εδώ και πολλά χρόνια). Σήμερα εκτοξεύεται το Artemis 2 προς την Σελήνη, με πλήρωμα…


The Human Radio Απόσπασμα από βιβλίο PARANORMAL - Tο Απόλυτο Βιβλίο για το Παραφυσικό, Παντελής Γιαννουλάκης The Human Radio ...Μπορεί να δει κανείς –εύκολα, φαντάζομαι– αυτό το «Σημείο Συναρμολόγησης» της…















