Φιλοσοφία της Σημασιολογίας

12 Δεκεμβρίου, 2025 Off By egnartS
Φιλοσοφία της Σημασιολογίας

Παντελής Φ. Β. Γιαννουλάκης ©

Φιλοσοφία της Σημασιολογίας

Φιλοσοφία της Σημασιολογίας

Δεν μπορούμε να πούμε αν η ζωή μας είναι μικρή ή μεγάλη, δεν μπορούμε να κρίνουμε, διότι δεν μπορούμε αληθινά να την συγκρίνουμε με κάτι, εκτός αν επιλεκτικά αποφασίσουμε να την συγκρίνουμε με κάτι. Η ζωή μας είναι ανυπολόγιστα μεγάλη σε σχέση με την ζωή των μικροβίων, (των οργανισμών που έχουν μικρό βίο), και ανυπολόγιστα μικρή σε σχέση με την διάρκεια ύπαρξης των γαλαξιών, (που υπάρχουν ήδη επί δισεκατομμύρια χρόνια).

Φιλοσοφία της Σημασιολογίας

Επίσης, δεν μπορούμε να πούμε αν η ζωή μας είναι καλή ή κακή, διότι όχι μόνο είναι ζήτημα επαρκούς ανακεφαλαίωσης –που ως εποπτεία υπόκειται σε διαρκή αναδιαμόρφωση στο πέρασμα του Χρόνου–  αλλά είναι και ζήτημα ηθικής κρίσης, (ίσως και δυσκολίας αυτοπαρατήρησης, και, κατ’ επέκταση, ηθικής αυτοκριτικής), μα είναι και ένα ζήτημα κρίσης της ωφέλειας ή βλάβης προς εμάς, που διαμορφώνονται από τις περιστάσεις, στις οποίες έχουμε τόσο ελάχιστο έλεγχο ώστε να προκύπτει να μην έχουμε αληθινή κατανόηση (και αληθινή διάκριση) των περιστάσεων. (Όπως αυτές εμφανίζονται και εξελίσσονται στον Χώρο και στον Χρόνο δια αλυσσιδωτών αντιδράσεων).

Φιλοσοφία της Σημασιολογίας

Εμείς, ο Εαυτός μας, αυτή η «δομή», βασίζεται στην Ιστορία της Ζωής μας, που είναι αποτέλεσμα σύνθεσης.

Φιλοσοφία της Σημασιολογίας

Οποιαδήποτε «Ιστορία της Ζωής Μας» είναι εντελώς σχετική, και δεν μπορεί να είναι ακριβής και άρα αληθινή, διότι εξαρτάται απόλυτα από την μνήμη μας, η οποία είναι ελλειπής και εξαιρετικά επιλεκτική αλλά και αφαιρετική, (συχνά και πρόχειρη και αυτοσχεδιαστική). Στην ζωή μας έχουμε ξεχάσει πάρα πολύ περισσότερα γεγονότα (εξωτερικά και εσωτερικά) από αυτά που θυμόμαστε, όσα και αν θυμόμαστε. 

Φιλοσοφία της Σημασιολογίας

Θα χρειαζόμασταν μία δεύτερη ζωή για να θυμηθούμε με όλες τις αληθινές λεπτομέρειες αυτήν εδώ την ζωή μας. Δηλαδή, η σύνθεση της αληθινής Ιστορίας της Ζωής μας θα απαιτούσε τουλάχιστον μία ολόκληρη ζωή για να επιτευχθεί: μία άλλη ζωή…

Φιλοσοφία της Σημασιολογίας

Το μόνο που μπορούμε να γνωρίζουμε με σταθερή βεβαιότητα για την ζωή μας, είναι ότι είναι δική μας, δηλαδή ότι την…ζούμε.
(“Cogito Ergo Sum” – Descartes) («Σκέφτομαι Άρα Υπάρχω»)

.

Η «Ζωή Μας» περιλαμβάνει τα πάντα για εμάς.
Φυσικά, και τον κόσμο.

.

Αν ό,τι διέπει την ζωή μας είναι έτσι «σχετικό» για την κρίση μας, τότε, Τα Πάντα που Είμαστε, είναι το ίδιο «σχετικά».

.

Αν αυτή η «σχετικότητα» στην κρίση μας διέπει την ίδια μας την ζωή, τότε αυτή η «σχετικότητα» στην κρίση μας διέπει τα πάντα για εμάς, τα πάντα που ζούμε, τα πάντα που ξέρουμε (δηλαδή τα πάντα που θυμόμαστε), τα πάντα που παρατηρούμε, τα πάντα που εξετάζουμε, τα πάντα με τα οποία ερχόμαστε σε επαφή, τα πάντα που επιθυμούμε, τα πάντα που νιώθουμε, τα πάντα που φανταζόμαστε.
Μα, και τον ίδιο τον κόσμο.

Φιλοσοφία της Σημασιολογίας

Η κρίση μας, δηλαδή η βασική διανοητική μας δυνατότητα, φαίνεται έτσι εξαιρετικά αδύναμη.
Δεν μπορούμε να διαχειριστούμε διανοητικά (και συναισθηματικά) αυτήν την διαρκή «σχετικότητα» στην ζωή μας, και αυτήν την Πολυσημία.

.

«Πολυσημία» είναι η δυνατότητα των σημαινόντων να αντιστοιχούν σε πολλαπλά σημαινόμενα.
Έχει, φυσικά, ιδεολογικές προεκτάσεις, οι οποίες αποτελούν πολύ μεγάλο ζήτημα. (Στον Μυστικό Πόλεμο των Ιδεών).
Ο όρος επινοήθηκε από τον γλωσσολόγο M. Bréal το 1897, και αναφέρεται στον συσχετισμό μιας μορφής με περισσότερες από μία σημασίες.
Σύμφωνα με τον ακαδημαϊκό D. Hebdige, ως «Πολυσημία» ορίζεται «η ιδιότητα κάθε κειμένου να παράγει ένα δυνητικά απεριόριστο πεδίο σημασιών», καθιστώντας, κατά τον γλωσσολόγο Middleton, «δυνατή την δημιουργία ομολογίας, ακόμη και από τις πλέον ετερογενείς πηγές. Η ιδέα της σημειωτικής-σημειολογικής πρακτικής, δηλαδή, ότι οι πηγές δεν μεταδίδουν ούτε εκφράζουν κάποιο προϋπάρχον νόημα, αλλά υφίστανται ως “αντικείμενα ευέλικτης τοποθέτησης” κατά την σημειολογική διαδικασία…»

.

Εδώ δεν χρησιμοποιώ τον όρο Πολυσημία γλωσσολογικά, δηλαδή για χάρη των εννοιών των λέξεων, αλλά σημειολογικά και φιλοσοφικά, θέλοντας να καταδείξω ότι η διανοητική κρίση μας έχει να αντιμετωπίσει μία αληθινή διαρκή Πολυσημία.
Ότι τα πράγματα δεν έχουν το καθένα τους μία σημασία, αλλά πολλαπλές, οι οποίες μάλιστα διαπλέκονται και μεταξύ τους κατά την προσπάθεια έστω δημιουργίας ενός κριτηρίου για αυτά…

.

Παρ’ όλες τις διανοητικές και κριτικές αδυναμίες μας, και την ανικανότητά μας να διαχειριστούμε την αληθινή «σχετικότητα» στην ζωή μας και την διαρκή Πολυσημία : οι όποιες αληθινές δυνατότητές μας (σε αντιπαράθεση με τις αδυναμίες μας), αποκτούν την δυναμική τους χάρις στην Θέλησή μας.
Αυτό, φυσικά, ξεκινά από την Θέληση για ζωή –παρ’ όλο που δεν κατανοούμε στ’ αλήθεια τι συμβαίνει ή τι σημαίνουν αυτά που συμβαίνουν στην ζωή μας… Δηλαδή, η θέληση για την ζωή μας, είναι η δύναμη για την ζωή μας, δηλαδή ουσιαστικά οι δυνατότητές μας.
Και, η θέληση για ζωή, καταλήγει και στην θέληση μας για οτιδήποτε.
Η Θέληση φαίνεται να προκύπτει από την εσωτερική μας ενατένιση των πραγμάτων και των καταστάσεων, δηλαδή από την δυναμική φαντασία μας.
Η Θέληση, επίσης, ως λειτουργία, φαίνεται να θέλει να δραστηριοποιήσει την αποφασιστικότητά μας, δηλαδή τις ενεργητικές αποφάσεις μας.

.

…Είναι οι προσδοκίες μας, που φαίνεται να επιδρούν στις αποφάσεις μας, δηλαδή οι προσδοκίες μας για το αποτέλεσμα της δράσης στην οποία καλούν οι αποφάσεις μας – ως preview…
Οι αποφάσεις μας, όμως, εξαρτώνται εξ ολοκλήρου από την κρίση μας, η οποία, όμως, όπως είπαμε, διέπεται από μία διαρκή «σχετικότητα», και είναι εξαιρετικά αδύναμη στην εφαρμογή της.
Έτσι, αποκτά μεγάλη σημασία και ισχύ στην όλη λειτουργία, η Θέλησή μας από μόνη της –αφού δεν μπορεί να βασιστεί ιδιαίτερα στην αδύναμη κρίση μας…
(Η Θέληση, έτσι, αναπόφευκτα, όπως το καταλαβαίνω εγώ, καλείται κυρίως να αντιμετωπίσει τον Φόβο μας).

.

Επίσης, δυστυχώς, πρέπει πρώτα να γνωρίζω κάτι, για να το θέλω.
Η γνώση μας, έτσι, γι’ ακόμη μια φορά, σημειολογικά, φαίνεται να σχετίζεται με τα πάντα που μας αφορούν.

.

Η Επιλεκτική Προσοχή είναι αυτή που καθορίζει και συνθέτει για εμάς την παρατηρούμενη πραγματικότητα. (Γι’ αυτό, άλλωστε, είναι διαφορετική για τον καθένα). Από αυτήν την παρατήρηση της, φυσικά, προκύπτουν οι γνώσεις.
Δηλαδή, οι γνώσεις μας δεν είναι άμεσο αποτέλεσμα της πραγματικότητας, αλλά της επιλεκτικής προσοχής μας κατά την παρατήρηση της πραγματικότητας.
Αυτό σημαίνει ότι παρατηρώ σύμφωνα με αυτό που είμαι, επιλεκτικά.

.

Για την διάνοιά μας, που παντού αναζητά πόρους, δηλαδή περάσματα, έχουν πάντα πολύ μεγάλη σημασία οι απορίες.
Κάθε απάντηση σε μία ερώτηση, δημιουργεί μία νέα ερώτηση, ατέρμονα. Φαίνεται να δημιουργείται έτσι ένας διαλεκτικός διάδρομος, όλο και πιο βαθειά στις σημασίες των πραγμάτων και των εννοιών.

.

Η αρχετυπική ερώτηση είναι πάντα το Γιατί.
Κι έπειτα πάλι το Γιατί, και πάλι, κ.ο.κ..
Η σημασία, όπως φαίνεται, είναι αναπτυσσόμενη.
Αποκτά για εμάς σημασία όχι το τί σημαίνει αυτό, αλλά το γιατί σημαίνει αυτό.
Αυτή είναι και η απορία στην ζωή μας για την ζωή μας.
Όχι τι ζούμε, αλλά γιατί ζούμε.

.

Το Νόημα είναι το προϊόν του Νού.
Ο Νούς μας δίνει Νόημα στα πράγματα, και έξω από αυτόν κανένα Νόημα δεν θα μπορούσε να υπάρχει.
Αναζητώντας το Νόημα της Ζωής, είναι μία φράση που δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι ο Νούς σκέφτεται την Ζωή (του;).
(Και πάλι εδώ ερχόμαστε στο Σκέφτομαι άρα Υπάρχω, του Descartes).

Θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε με τον Pascal, τελικά, ότι το θεμελιώδες Νόημα της Ζωής, είναι η Αλληλεπίδραση.
Το ότι ερχόμαστε να αλληλεπιδράσουμε με τα πάντα στον κόσμο, και φυσικά με τους άλλους ανθρώπους –και, αυτό έχει τελικά πολύ μεγάλο Νόημα για τον κόσμο, για τους άλλους ανθρώπους, και για εμάς τους ίδιους.

.

Φυσικά, αυτή η αλληλεπίδραση, αν έχω δίκαιο όταν την σκέφτομαι, για να αποκτήσει το μεγάλο Νόημα της προϋποθέτει την Ιστορία, ή έστω το story-telling. Την καταγραφή και την διήγησή της.
Το πώς αλληλεπίδρασες με τον κόσμο και τους ανθρώπους, και πώς όλο αυτό –κατά τις αλυσσιδωτές αντιδράσεις που προκάλεσε– απέκτησε μεγάλο Νόημα, για έναν Νού που θα είχε την ευκαιρία να το σκεφτεί.

.

Απαιτείται, επίσης, ένας μέγας Νούς, που να μπορεί να εξιχνιάσει και να σκεφτεί τις αλληλεπιδράσεις που έχουν συμβεί, ώστε να αποδώσει σε όλες το μεγάλο Νόημα τους. Κατ’ επέκταση, θα λέγαμε, ώστε να τις δικαιώσει.
Φαίνεται, επίσης, ότι δηλαδή αυτό προϋποθέτει την ύπαρξη του Θεού.

.

Η ίδια η βασική διεργασία του Νού, η δημιουργία Νοήματος, δηλαδή, διαφαίνεται να είναι η προσπάθεια να αποδοθεί ένα συνθετικό Νόημα στην ζωή, και κατ’ επέκταση στον κόσμο τον οποίο αυτή βιώνει.
Ένα εγχείρημα που, για να μην αποδειχθεί μάταιο (ώστε να μην κατανοηθεί ή να μην χαθεί), πρέπει αναπόφευκτα να εντάσσεται σε ένα πολύ μεγαλύτερο εγχείρημα: στην δημιουργία Νοήματος των Νοημάτων αυτών, από έναν πολύ μεγαλύτερο Νού.

.

Ο νούς, δηλαδή η σκέψη που σκέφτεται την ζωή και την εμπειρία και τους δίνει νόημα, δια της αλληλεπίδρασης, είναι δεσμευμένος προς την ζωή.
Μπορούμε σχετικά εύκολα, όμως, να διαννοηθούμε μία σκέψη που δεν θα σκέφτεται την ζωή, αλλά μία σκέψη που θα σκέφτεται τον εαυτό της.

.

Αρκεί, φυσικά, μία σκέψη, κι έπειτα να σκεφτείς αυτήν την σκέψη, και την σκέψη της σκέψης, κ.ο.κ., ώστε ο νούς να σκέφτεται μόνο τις σκέψεις του και όχι τον κόσμο.
Όλο αυτό, σαφώς θα τον οδηγούσε στην αμφισβήτηση της ύπαρξης του, και θα έκανε κάποτε την σωτήρια σκέψη του Descartes…

.

Αυτός ο, ας τον πούμε, απομονωμένος νούς, που μόνο θα σκεφτόταν και δεν θα αλληλεπιδρούσε με κανέναν και με τίποτε και ούτε με τον κόσμο, θα κατέληγε να δημιουργεί ολόκληρους δικούς του κόσμους με την σκέψη και την φαντασία του, που αναπόφευκτα –από ένα σημείο κι έπειτα– θα τους εκλάμβανε ως πραγματικούς, θα ζούσε μέσα στην σκέψη του.
Και, σύντομα, θα δημιουργούσε νοήματα για όλα αυτά, ακόμη και με τις σκεπτικές ή ονειρικές αλληλεπιδράσεις τους, και, η σημασία της επιβεβαίωσης ή της επαλήθευσης, δηλαδή της συνεχούς αντανάκλασης με την πραγματικότητα, θα έφθινε και δεν θα υπήρχαν τέτοιες απαιτήσεις για την δικαίωση των νοημάτων.
Ο νούς θα δημιουργούσε τον κόσμο του, και τις ίδιες τις σημασίες του.

.

Αυτοί που θέλουν –λόγω ιδεολογίας, προφανώς– η Σημασία να είναι λογιστική, δηλαδή να αξιολογείται από τα αποτελέσματα της από τις αλληλεπιδράσεις με την πραγματικότητα : δεν έχουν σκεφτεί ότι το νόημα που δίνεται στην ίδια την πραγματικότητα είναι δια της σκέψης, και ότι άρα η σκέψη μπορεί να οικοδομήσει την δική της πραγματικότητα στο «εσώτερο διάστημα» (Inner Space), αλληλεπιδρώντας συνεχώς με τα νοήματα που της αποδίδει.

.

Αυτό το Ιδιωτικό Σύμπαν, καμμία ουσιαστική σημασιολογική διαφορά δεν θα είχε από το θρυλλούμενο Εξώτερο Σύμπαν, για τον Νού, τον γεννήτορα κάθε νοήματος.

.

Κι έτσι, το ότι αποτελεσματικά η σκέψη μπορεί να διαφοροποιηθεί από την ζωή, αποδεσμευμένη από τις αλληλεπιδράσεις της πραγματικότητας, (που με τους συλλογισμούς δίνουν το νόημα στα πράγματα), θα την οδηγήσει να αλληλεπιδρά μόνο με τον εαυτό της:  ο νούς παρατηρούμενος από έναν δεύτερο βαθύτερο νού, κι αυτός από έναν τρίτο, κ.ο.κ., βιώνοντας έτσι κι αλλιώς τις σημασίες τις οποίες αποδίδει στις σκέψεις, δηλαδή στα πράγματα όσο την αφορούν, όπως θα το έκανε και αν αλληλεπιδρούσε με την πραγματικότητα «εκεί έξω»…

.

Τα τελικά συμπεράσματα ενός τέτοιου μονοπατιού φιλοσοφικών σκέψεων, είναι υπερβολικά δύο:

.

Πρώτον: Κάθε σημασία, ανεξαιρέτως, χάνει την σημασία της, αν δεν επικοινωνηθεί προς μία άλλη δομή σημασιών, έναν άλλο νού, για να γίνουν αλληλεπιδράσεις για την αξιολόγησή της. Γεγονός που δίνει προτεραιότητα ως προς τα πάντα: στην Επικοινωνία.

.

Δεύτερον: Ένα οποιοδήποτε σετ σημασιών, είτε προέρχεται από τον δικό σου νού, είτε από έναν άλλον νού (δια της επικοινωνίας), δεν παύει τελικά να υφίσταται μόνο στον νού σου, τελικά κάνοντας έναν άλλον νού ασήμαντο.

.

Άρα κάθε σημασία εξαρτάται μόνον από τον εαυτό της, είναι αυθύπαρκτη, και τελικά αναπόφευκτα μονοσήμαντη.
Ένα και μόνο Νόημα, μία και μόνο Σημασία, θα αρκούσε για να πυροδοτήσει όλες τις άλλες σημασίες, ώστε ο Νούς να δίνει Νοήματα ατέρμονα σε όλα τα παράγωγά του, αυτοκαθοδηγούμενος σε μία κοσμογονία.

.

Παρατηρώντας αυτήν την αρχετυπική ιδεατή κατάσταση της σημασιολογίας, εμπνέομαι να σκεφτώ ότι η Παραδοξολογία είναι η βασική λειτουργία της Φιλοσοφίας.

.

Παντελής Φ. Β. Γιαννουλάκης
Χάγη, Δεκέμβριος 2025