Ο ΔΡΑΚΟΣ ΤΟΥ ΚΟΜΟΝΤΟ

26 Απριλίου, 2024 Off By egnartS
Ο ΔΡΑΚΟΣ ΤΟΥ ΚΟΜΟΝΤΟ

Η ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΛΗΘΙΝΟΥ ΙΝΔΟΝΗΣΙΑΚΟΥ ΔΡΑΚΟΥ

Τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, ο δράκος-σαύρα των παραδόσεων και των ιστορικών μαρτυριών των προηγούμενων αιώνων, δεν είχε ξεχαστεί τελείως. Η μορφή του ενεργοποιήθηκε ξανά χάρις σε μια καταπληκτική ζωολογική ανακάλυψη.
Το 1912, ο Π. Α. Όουενς, στο ζωολογικό Μουσείο του Μπουίτενζοργκ, στην Ιάβα, στηριζόμενος σ’ ένα λείψανο και σε μια φωτογραφία, περιέγραψε έναν βάρανο (σαυροειδές ερπετό) μεγάλου μεγέθους, δίνοντάς του το επιστημονικό όνομα Varanus komodoensis, παραπέμποντας στον φυσικό τόπο κατοικίας του, ένα από τα μικρά νησιά του αρχιπελάγους Σοντ: την Νήσο του Κόμοντο.

.

Το ντόπιο όνομα του ζώου, «ο Δράκος του Κόμοντο», βεβαιώνει την διασύνδεση με το θρυλλικό τέρας. Οι διευθυντές του ζωολογικού πάρκου νοιάζονταν πολύ να παρουσιάσουν στους επισκέπτες τους αντιπροσώπους αυτού του μεγάλου ερπετού. Όμως, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος οδήγησε σχεδόν στην λησμονιά αυτά τα σχέδια… Όταν επήλθε ξανά η ειρήνη, οι Γερμανοί λόγιοι εκδήλωσαν μεγάλο ενδιαφέρον για τον μεγάλο βάρανο του αρχιπελάγους του Σοντ. Ο δούκας Άντολφ Φρήντριχ ντε Μέκλεμπουργκ πρόσφερε ένα λείψανο Ινδονησιακού δράκου στο Μουσείο του Βερολίνου.
Το 1923, η προετοιμασία μιας Γερμανικής ζωολογικής αποστολής στο Κόμοντο δημιούργησε ένα κλίμα λαϊκών προσδοκιών, που ενδυναμώθηκαν από τις πιο παράξενες φήμες. Σύμφωνα μ’ έναν από τους πιο σημαντικούς επιστημονικούς εκλαϊκευτές της εποχής, τον Βίλχελμ Μπέλσε:
«Ο νέος κολοσσός θα είχε φάει ανθρώπους, θα είχε συνθλίψει με την ουρά του πόδια αλόγων και θα πήγαινε τόσο γρήγορα όσο ένα όχημα, θα ήταν επίσης άτρωτος στις σφαίρες και θα έτρεχε στα δυο του πόδια όπως ένας αληθινός δεινόσαυρος!…»
Ως συνήθως, αυτό το μόρφωμα ένωνε τον μύθο με την φυσιοκρατική πραγματικότητα. Ο Όουενς δήλωνε (όπως νόμιζε) ότι το boeaaja darat, ο «χερσαίος κροκόδειλος» του Κόμοντο, μπορούσε να φτάσει σε εύρος τα 8-9 μέτρα, κάτι που έκανε αυτόν τον ογκώδη βάρανο με τους επιθετικούς τρόπους, έναν αρκετά καλό υποψήφιο για τον τίτλο του χερσαίου δράκου.

Γνωρίζουμε σήμερα ότι ο Varanus komodoensis δεν ξεπερνάει τα 5-6 μέτρα μήκος. Αυτό δεν ακυρώνει το γεγονός ότι πρόκειται για ένα φοβερό ερπετικό σαρκοφάγο, υπεύθυνο για πολλούς θανάτους ανθρώπων. Αλλά κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1920, η κανονική απεικόνιση του ερπετού του Σοντ έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης για τα διάφορα δρακόντεια μοτίβα (το άτρωτο, το επιθετικό, το τρομακτικό, το παράξενο), καθώς και για στερεότυπα που προέρχονταν από έναν πιο πρόσφατο φανταστικό κόσμο: αυτόν των δεινόσαυρων.
Η διαδεδομένη δίποδη αυταπάτη που είχαν όλοι κατά νού, που μόνο έμοιαζε με τον δράκο του Κόμοντο, δείχνει καλά ότι κάποιοι δημοσιογράφοι τον εξομοίωναν μ’ έναν από τους επιζήσαντες δεινόσαυρους που αναφέρονται στο μυθιστόρημα του –συγγραφέα δημιουργού του Σέρλοκ Χολμς– Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, Ο Χαμένος Κόσμος (The Lost World, 1912), που δημοσιεύτηκε την ίδια χρονιά με το επιστημονικό βάπτισμα του βάρανου από τον Όουενς.
To The Lost World του Ντόιλ, ήταν ένα έργο πρόγονος ίσως της ταινίας Jurassic Park, αν και δεν ήταν το πρώτο του είδους: είχε προηγηθεί το μυστηριώδες έργο του Ρόμπερτ Γ. Τσέημπερς (του συγγραφέα του The King In Yellow) In Search of the Unknown, το 1904, (και φυσικά το Ταξίδι στο Κέντρο της Γης του Ιουλίου Βερν, όπου εμφανίζονταν και δεινόσαυροι…)

.

Το 1926, ένας από τους διαχειριστές του Αμερικανικού Μουσείου Φυσικής Ιστορίας,  (American Museum of Natural History), ο Ντάγκλας Μπάρντεν, είχε φέρει ζωντανά από το Κόμοντο δυο νεαρά δείγματα δράκων που παρουσιάστηκαν στον ζωολογικό κήπο του Μπρονξ, της Νέας Υόρκης.
Σ’ ένα άρθρο για την εξερευνητική αποστολή του, που δημοσιεύτηκε από το National Geographic (Ντάγκλας Μπάρτεν, Stalking the Dragonlizard of Komodo, στο National Geographic Magazine, Αύγουστος 1927, σελ. 216-232), καθώς και σ’ ένα δικό του έργο, το Dragonlizards of Komodo (1927), ο Μπάρντεν επέμενε στην αντιστοιχία που υπήρχε ανάμεσα στο σαυροειδές και το περιβάλλον του. Υποδείκνυε το Ινδονησιακό ερπετό ως ένα «πρωτόγονο τέρας, μέσα σ’ έναν πρωτόγονο χώρο», και χρησιμοποιούσε μάλιστα την έκφραση «Χαμένος Κόσμος» για να περιγράψει το νησί του, όπου οι ηφαιστειακοί κρατήρες που υψώνονταν προς τον ουρανό θύμιζαν ένα τοπίο προϊστορικών εποχών.
Ένας φίλος του Μπάρντεν, ο σκηνοθέτης Μέριαν Κ. Κούπερ, διάβασε τις σημειώσεις της αποστολής του και εμπνεύστηκε, και προετοίμασε τότε το –διάσημο πλέον– φιλμ Κing Kong (1933), συλλαμβάνοντας την ιδέα –που τελικά δεν πραγματοποιήθηκε– να εισαγάγει έναν τεράστιο γορίλα στο Κόμοντο, για να κινηματογραφήσει τις μάχες ανάμεσα στο ανθρωποειδές και τις γιγάντιες σαύρες, σαν μια μάχη του Κινγκ Κονγκ ενάντια στους δράκους-δεινόσαυρους. Τελικά, η φημισμένη ταινία εξελίχθηκε αλλιώς…

Οι συντάκτες στα ένθετα των Κυριακάτικων Αμερικανικών εφημερίδων συνέγραψαν φαντασμαγορικές περιγραφές του Varanus komodoensis, αποδίδοντάς του ενίοτε τις ιδιότητες του δράκου. Έτσι, για παράδειγμα, μίλησαν για την ικανότητά του να φτύνει φωτιά, (Α. X. Βερίλ, Παράξενοι Τρόποι Ζωής των Ερπετών, Παρίσι: Payot, 1943, σελ. 145-146).

.

Η επίδραση των μέσων ενημέρωσης σχετικά με την αποκάλυψη του Δράκου του Κόμοντο, υπήρξε έντονη κυρίως στην Γερμανία της Βαϊμάρης.
Για ένα πλήθος Γερμανών εκκεντρικών θεωρητικών, μυστικιστών, μάγων, και αρχιτεκτόνων αλλόκοτων κοσμογονιών, που αφθονούσαν στο ημίφως των κύκλων της «εναλλακτικής κουλτούρας» της πρώτης Γερμανικής δημοκρατίας, η αποκάλυψη του εύρωστου βάρανου στις Ανατολικές Ινδίες, ερχόταν την κατάλληλη στιγμή για να αποκαταστήσει την εικόνα του Δράκου.
Κάποιος «Yori» γράφει, έτσι, σε επιθεώρηση της εποχής, ότι ο δράκος του Κόμοντο συμβολίζει μια «φοβερή μελλοντική καταστροφή». Ο διευθυντής του ζωολογικού κήπου του Αμβούργου, ο περιβόητος Δρ. Χάγκενμπεκ, δεν θα μπορέσει να καυχηθεί ότι φυλάκισε για πολύ καιρό αυτόν τον αγγελιοφόρο των πρωτόγονων εποχών, τον προάγγελο της «αφύπνισης του Βασιλίσκου» («Υοri», UrWeWe, Uranische Weltwende, Berlin: R. Pape, 1932, σελ. 44).  
Σ’ αυτό το παράδειγμα, το μεγάλο σαυροειδές της Ινδονησίας προσεγγίζεται από έναν προφήτη που του αποδίδει τους εσχατολογικούς προσδιορισμούς του παραδοσιακού Δράκου…(στα πρόθυρα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου).
Στον εκλαϊκευτικό επιστημονικό χώρο, ο Δράκος του Κόμοντο ενεργοποίησε ξανά, επίσης το ενδιαφέρον των θεωρητικών για την γέννεση των δρακόντειων παραδόσεων.
Το 1923, δημοσιεύτηκε το έργο του Αυστριακού παλαιοντολόγου Οθένιο Άμπελ, Τα Προϊστορικά Ζώα μέσα στους Μύθους, τους Θρύλους και τις Δεισιδαιμονίες, έργο που θα γνωρίσει και μια επαυξημένη έκδοση το 1939 (Οθένιο Άμπελ, Die Vorweltlichen Tiere in Marchen, Sage und Aberglaube, Karlsruhe: G. Braun, 1923. Του ίδιου: Vorzeitliche Tierreste im Deutschen Mythus, Brauchtum und Volksglauben, Iena: Gustav Fischer, 1939).
Ο Αυστριακός λόγιος είναι ένας από τους νεότερους κρίκους της αλυσίδας των λόγιων ορθολογιστών που, με βάση τον Μπρούκμαν στο πρώτο μισό του 18ου αιώνα, προσπάθησαν να επαναφέρουν τα απομεινάρια του δράκου των θρύλλων, και την «δρακόντεια» ερμηνεία των ευρημάτων οστών προϊστορικών ζώων, κυρίως αρκούδων.
Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, και ειδικά ο πόλεμος στον Ειρηνικό, είτε κάνει το ζήτημα του Δράκου του Κόμοντο να ξεχαστεί, είτε το μετατρέπει σε απρόσιτο, για να επανέλθει τελικά κατά την δεκαετία του 1960, όταν ένα ζευγάρι αιχμαλωτισμένων δράκων του Κόμοντο παρουσιάζεται στον ζωολογικό κήπο του Λονδίνου, και ο ένας τους επιτίθεται σε έναν φύλακα τον οποίο δηλητηριάζει με το δάγκωμά του –ανακαλύπτοντας έτσι τις τρομακτικές ιδιότητες που έχει το σάλιο του ερπετού αυτού.

.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την ανακίνηση του ενδιαφέροντος που είχε ξεχαστεί, αλλά και τελικά μια μεγάλη αποστολή του National Geographic στην Νήσο του Κόμοντο, όπου γυρίζεται το πρώτο μεγάλο ντοκιμαντέρ για το επιθετικό αυτό δρακοειδές, το οποίο μπόρεσαν έτσι να το περιεργαστούν θεατές από όλον τον κόσμο, και να γίνει διάσημο στην σύγχρονη εποχή μέχρι σήμερα…