Ό,τι Βλέπουμε είναι Ψεύτικο
31 Δεκεμβρίου, 2024
Παντελής Β. Γιαννουλάκης ©Το κείμενο αυτό προέρχεται από τις σελίδες του βιβλίου
Τα Ψάρια δεν Ξέρουν ότι Βρέχει.
ΚΑΛΗ ΑΦΥΠΝΙΣΤΙΚΗ ΝΕΑ ΧΡΟΝΙΑ
2025
Ό,τι Βλέπουμε είναι Ψεύτικο
Σαν να βλέπω τώρα μπροστά μου τον γέροντα Χέρμαν Έσσε ακίνητο, να τον λούζει ο ήλιος που εισχωρεί στο λευκό δωμάτιο ανάμεσα από τις κουρτίνες, πάνω από την κούπα με την αχνιστή σοκολάτα του, καθισμένος στο παλιό ξύλινο γραφειάκι, κάτω από ασπρόμαυρες φωτογραφίες στους τοίχους και ράφια από σπάνια βιβλία.
Να κάθεται εκεί, με σταυρωμένα τα χέρια, με το βλέμμα χαμένο, σκοτεινό, κι έπειτα μια λάμψη –ή μια ακτίνα του ήλιου– μέσα στο δεξί του μάτι, και αυτός να ζωντανεύει, να αναριγά, να πιάνει το μολύβι και να γέρνει πάνω από το χαρτί, γράφοντας με αργόσυρτα καλλιτεχνικά γράμματα :
«Σαν όλα τα μικρά αγόρια αγαπούσα και ζήλευα ορισμένα επαγγέλματα: του κυνηγού, του βαρκάρη, του ακροβάτη, του εξερευνητή των Αρκτικών περιοχών. Αλλά πολύ περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο ήθελα να γίνω μάγος. Αυτή ήταν η βαθύτερη, πιο έντονη παρόρμηση μου – σε σχέση με μια ορισμένη δυσαρέσκεια γι’ αυτό που οι άλλοι αποκαλούσαν πραγματικότητα, που πολλές φορές μου άφηνε την εντύπωση ότι δεν ήταν τίποτ’ άλλο από μια ανόητη συνομωσία των μεγάλων.
»Από πολύ μικρός, πότε με φόβο και πότε με περιφρόνηση, απέρριπτα αυτήν την πραγματικότητα και καιγόμουνα από την επιθυμία να της κάνω μάγια, να την μεταμορφώσω, να την υπερβώ…»
.
Σε χρόνους που έφυγαν αλλά ήταν ίδιοι πάντα, το Φεβρουάριο του 1925, ο Φώτης Κόντογλου, που αγαπούσε τόσο πολύ τα θαλασσινά ταξίδια, έγραφε με καλέμι και κάπνα του δαδιού «απάνω στην Τράπεζα του Διαόλου, στο Αϊβαλί της Μ. Ασίας» :
«Αλίμονο! Δεν μπορεί κανένας να δείξει πως τον συγκινεί κάτι τι από τα τόσα μεγάλα πράγματα που περνούν μακριά μας; Τούτοι οι άνθρωποι, αυτοί οι μέτριοι που μας τριγυρνούνε, είναι, όπως λένε οι Τούρκοι, “ψάρια του λιμανιού”. Ξέχασαν πια πως η γης γυρίζει, κι όλο γυρίζει, πως οι Πόλοι της είναι σκεπασμένοι από πάγους που ασπρίζουν ως τα μάτια κάποιου που παρατηρά το άστρο μας απάνω απ’ το φεγγάρι, πως τα άγρια άλογα πλανιούνται με ορθές χαίτες μέσα στους απέραντους κάμπους του Καναδά, πως αυτήν την στιγμή ένα κύμα σκάζει άγρια απάνω στην Καλή Ελπίδα, σκεπάζοντας με αφρούς μια ολάκερη πολιτεία…»
.
Ίσως ο κόσμος να είναι μια τόσο πονεμένη δοκιμασία για υπέρβαση, γι’ αυτό και κάποιοι άνθρωποι θέλησαν να φύγουν μακριά από την μετριότητα και την ανοησία, την λήθη και την θλίψη, τις κακές μητριές του κόσμου μας που κυβερνούν τόσο ανελέητα τους ανθρώπους.
Ο Τριστάν Τζαρά, ο κύριος θεωρητικός του Ντανταϊσμού, γράφει από την Ζυρίχη στον Αντρέ Μπρετόν στο Παρίσι: «Ό,τι βλέπουμε είναι ψεύτικο».
Ο Σουρεαλιστής Μπρετόν αναφωνεί μέσα στο Cafe de Flore:
«Ο Τζαρά μού έγραψε πως ό,τι βλέπουμε είναι ψεύτικο! Σπάστε τα όλα! Πάμε να φύγουμε από εδώ. Ας βρούμε ένα πέρασμα προς το αληθινό!»
.
Ο Ζακ Βασσέ, ο μεγάλος εκκεντρικός δάσκαλος της ομάδας της Σουρεαλιστικής επιθεώρησης Litterature των Μπρετόν, Αραγκόν, Σουπώ, Ελυάρ, γράφει ένα γράμμα στον Μπρετόν και στον Σουπώ, την εποχή που αυτοί περιπλανιούνται σε ονειρικούς δρόμους του νυχτερινού Παρισιού και συγγράφουν με «αυτόματη γραφή» το βιβλίο Τα Μαγνητικά Πεδία (Les Champs Magnetiques, 1920). Ο Βασσέ, λοιπόν, γράφει μία επιστολή που τους συγκλονίζει, όπως δηλώνουν αργότερα (την ονομάζουν «το άγγελμα»). Να ένα απόσπασμά της :
«Σύμφωνοι! Αποφασίσαμε να εγκαταλείψουμε τον κόσμο, να αποδράσουμε από εδώ γύρω, να αφήσουμε όλους τους άλλους να φυτοζωούν σε μια ημιαναίσθητη άγνοια, μέχρι να γίνει επιτέλους κάποια αποκάλυψη συγκλονιστική και σκανδαλώδης…
»Κύριοι, αλλάξτε τον κόσμο! Η πραγματικότητα είναι εύπλαστη, αυτό είναι το μεγάλο μυστικό της. Καταλαβαίνετε; Αυτά που κάνουμε σημαδεύουν ανεξίτηλα μία εποχή: Όλα τα ωραία πράγματα που θα κάνουμε ΤΩΡΑ! Α, θα οδηγηθούμε ΑΛΛΟΥ, κι όμως θα είμαστε πάντα ΕΔΩ!…»
Ό,τι Βλέπουμε είναι Ψεύτικο
Πού είναι το Εδώ και πού είναι το Αλλού; Όλο μπλέκονται το ένα μέσα στο άλλο, για να μας δείξουν πώς ό,τι βλέπουμε είναι ψέματα. Όλα διαλύονται μέσα σε μια στιγμή, αν θέλεις να τα διαλύσεις. Όλα είναι τόσο εύθραυστα, και πιο εύθραυστοι από όλους είμαστε εμείς, κι όμως, ταυτόχρονα είμαστε τόσο δυνατοί!
Κι όλα μας ψιθυρίζουν ότι υπάρχει μια μυστική ζωή, φανερωμένη για όσους έχουν το βλέμμα να την δουν, να την αδράξουν, να την ακολουθήσουν, να υπερβούν την μικρή ζωή, τον μικρό εαυτό, να ξεκινήσουν τον πιο γενναίο αγώνα.
.
Ίσως η ζωή να μπορεί να υπάρξει σε απίστευτα πολλά εναλλακτικά επίπεδα. Θυμάμαι τον Μπέρναρ Σω που γράφει στην Επιστροφή του Μαθουσάλα: «…στη σκληρά πιεζόμενη καρδιά της γης, όπου εξακολουθεί να λάμπει η ασύλληπτη θερμότητα ενός μυστικού ήλιου, η πέτρα ζει σε βίαιο ατομικό σπασμό, όπως εμείς ζούμε με τον αργότερο τρόπο μας. Όταν ριχτεί στην επιφάνεια, πεθαίνει σαν ψάρι που ζει στα βαθιά νερά…» .
Μέσα στην ανεξέλεγκτη Δύναμη της Ζωής, το μεγάλο άλυτο μυστήριο παραμένει αυτό της Ατομικότητας. Αν η ζωή είναι κατά κάποιο τρόπο μια ενότητα, πώς είναι δυνατόν να νιώθει κάθε μονάδα της τόσο ξεχωριστή και μοναδική;
Ο Τζ. Κ. Τσέστερτον το εξέφρασε τέλεια στην παράξενη διήγηση του, Ο Άνθρωπος που ήταν η Πέμπτη:
«Γιατί το κάθε πράγμα στην Γη, αντιμάχεται κάθε άλλο πράγμα; Γιατί κάθε μικρό πράγμα στον κόσμο είναι αναγκασμένο να μάχεται ενάντια στον ίδιο τον κόσμο; Γιατί, θεέ μου, γιατί μια μύγα πρέπει να αντιμάχεται ολόκληρο το Σύμπαν;…»
Κι αν ακόμη δεν είμαστε παρά μια μύγα, έχουμε την ζωή μας και είναι δική μας.
Το μόνο που θέλουμε συνεχώς, είναι να την ζήσουμε όπως εμείς θέλουμε, είναι αληθινή, είναι μοναδική, κι έχουν πέσει πάνω μας τόσα πολλά ψεύτικα πράγματα να μας την περιορίσουν, να μας την θολώσουν, να μας την απελπίσουν, να μας αδρανήσουν. Είναι
όλα ψεύτικα. Πρέπει να τα σπάσουμε, μεθοδικά. Τώρα. Δεν υπάρχει άλλη ευκαιρία.
Κάθε μας κίνηση είναι πολύ σημαντική, κάθε μας δράση κινεί τα σύμπαντα (μέσα από άπειρες αλυσιδωτές αντιδράσεις) και τα σύμπαντα κινούνται με κάθε είδους δράση. Ο μόνος εχθρός είναι η αδράνεια.
Κι όλα τα μηνύματα μού λένε το ίδιο, ξανά και ξανά, δεν μπορώ να μην τ’ ακούω: Ζήσε. Δράσε. Κάνε το ανέλπιστο. Κινήσου. Όταν κινείσαι, πράγματα συμβαίνουν. Τα θαύματα ψάχνουν για να σε βρουν και δε θα σε βρουν αν είσαι αμπαρωμένος, πρέπει να κινηθείς προς το μέρος τους για να σε εντοπίσουν. Προς τα πού νιώθεις ότι είναι η κατεύθυνσή τους; Κινήσου προς τα εκεί. Δεν έχει σημασία η κατεύθυνση, σημασία έχει να κινηθείς.
Μη φοβάσαι. Ο μόνος ενεργός εχθρός είναι ο φόβος, γιατί είναι σύμμαχος της αδράνειας. Δεν φοβόμαστε τίποτα!
.
Κι όταν τα θα προσεγγίσουμε τα θαύματα, πώς θα αντέξουμε την αληθινή ομορφιά; Πώς θα κοιτάξουμε το φως εμείς που ζούσαμε μέσα στο μισοσκόταδο; Πώς να αντικρίσουμε τις μεγάλες αλήθειες όταν τα βλέμματά μας έχουν συνηθίσει να παρατηρούν τα ψεύτικα σκηνικά που είναι στημένα γύρω μας;
Πώς θα καταφέρουμε να παίξουμε εμείς οι ίδιοι τις θεσπέσιες μελωδίες που ακούμε τώρα για πρώτη φορά;
Στο Κοράνι διαβάζουμε : «Κι ο άγγελος Ισραφήλ που ‘χει χορδές λαγούτου για καρδιά, και που η φωνή του είναι γλυκύτερη απ’ όλων των άλλων πλασμάτων του Θεού…» Έτσι, λοιπόν, οι «ουρανοί αγάλλονται», αλλά εδώ στην Γη δεν ακούγεται τίποτε παρά μόνο καμιά φορά τις νύχτες, όταν υπάρχει ησυχία και γαλήνη, αν ξεφύγεις για λίγο από το κακόγουστο θορυβώδες θέατρο όπου ζούμε, στην ξαφνική ησυχία, μπορεί ν’ ακούγεται εκείνο το «τραγούδι των άστρων» (για κείνους που βγαίνουν ad astra per aspera).
Όμως, αυτός ο κόσμος μας δεν είναι αγγελικά πλασμένος, κι ίσως γι’ αυτό ο Έντγκαρ Πόου να έγραψε στο ποίημα Ισραφήλ αυτήν την τελική απελπισμένη στροφή:
«Εκεί να ‘μουν εγώ, ψηλά να κατοικώ, και να ‘ταν ο Ισραφήλ κάπου εδώ πέρα, ίσως δεν θα ‘βγαζε σκοπό τόσο γλυκό, από μια ανθρώπινη φλογέρα, ενώ θα ηχούσε ένα άσμα πιο μαγευτικό, μεσ’ απ’ την λύρα μου στα ουράνια πέρα…»
.
Πρέπει να το συζητήσω με τον Μάρκο Αυρήλιο, τον αγαπημένο μου Ρωμαίο.
Ένας από τους τοίχους της μεγάλης βιβλιοθήκης μου ανοίγει, σπρώχνω απαλά τα βιβλία και βγαίνω από μια μυστική πόρτα, και έρχομαι πάλι στην έπαυλή του, περιτριγυρισμένη από αμπέλια.
Καθόμαστε μαζί στο μαρμάρινο παγκάκι, κι ατενίζουμε τον ορίζοντα, και παντού ολόγυρά μας ένα σιωπηλό ηλιοβασίλεμα. Τον ακούω να μας παρηγορεί :
«Κι αν ακόμη ζούσες τρεις χιλιάδες ή τριάντα χιλιάδες χρόνια, θυμήσου πως κανείς δεν χάνει άλλη ζωή απ’ αυτήν που ζει τώρα, ούτε ζει άλλη απ’ αυτήν που χάνει. Λοιπόν, το πιο μεγάλο χρονικό διάστημα ή το πιο μικρό είναι ίσα. Το Παρόν ανήκει σε όλους. Το να πεθάνεις σημαίνει να χάσεις το Παρόν, που είναι ένα χρονικό διάστημα άπειρα μικρό. Κανείς δεν χάνει το Παρελθόν ούτε το Μέλλον, γιατί κανείς δεν μπορεί να χάσει κάτι που δεν έχει.
Θυμήσου πως όλα τα πράγματα περιστρέφονται ακούραστα γύρω στις ίδιες τροχιές, και πως για τον θεατή είναι το ίδιο, αν τα βλέπει έναν αιώνα ή δύο ή όλη την αιωνιότητα…»
.
Ό,τι βλέπουμε είναι ψεύτικο, δεν χρειαζόμαστε στ’ αλήθεια τίποτε, αυτό μου είπε μια ημιφωτισμένη νύχτα στην βιβλιοθήκη του γέροντα Χέρμαν Έσσε, ο Ομάρ Καγιάμ :
«Μια κούπα κρασί χρειάζομαι κι ένα βιβλίο με ποιήματα,
μισή φέτα ψωμί για να δαγκώσει το πικραμένο μου στόμα,
και τότε, εσύ κι εγώ, καθισμένοι σε κάποιον βράχο της ερήμου,
θα ‘χουμε περισσότερο πλούτο απ’ όλα τα βασίλεια των Σουλτάνων…»
Παντελής Β. Γιαννουλάκης ©





